(Τελευταία ενημέρωση 17:30) «Εκρηκτική» άνοδο καταγράφει η Wall Street στη συνεδρίαση της Τετάρτης, καθώς το παγκόσμιο επενδυτικό κλίμα άλλαξε άρδην μετά την ανακοίνωση μιας απρόσμενης εκεχειρίας μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν. Η είδηση ότι ο πρόεδρος Τραμπ αποφάσισε να αναστείλει τις προγραμματισμένες επιθέσεις κατά της Τεχεράνης για διάστημα δύο εβδομάδων προκάλεσε άμεση ανακούφιση στις αγορές, οι οποίες επί πέντε εβδομάδες παρέμεναν εγκλωβισμένες σε μια σφοδρή γεωπολιτική σύγκρουση.

Η σύρραξη αυτή είχε οδηγήσει στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, μιας ζωτικής σημασίας διόδου για τον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό, προκαλώντας κλυδωνισμούς στις τιμές των μετοχών και εκτόξευση του κόστους των καυσίμων. Η σημερινή κίνηση των βασικών δεικτών αντανακλά την ευφορία των επενδυτών, με τον Dow Jones να σημειώνει άλμα περίπου 1.150 μονάδων ή 2,47% και να διαπραγματεύεται στις 47.745 μονάδες. Ο S&P 500 ενισχύεται κατά 2,16% στις 6.759 μονάδες και ο Nasdaq κινείται υψηλότερα σε ποσοστό 2,66% και τις 22.604 μονάδες.

Παράλληλα, ο δείκτης μεταβλητότητας VIX, γνωστός ως «δείκτης φόβου» της Wall Street, σημειώνει κατακόρυφη πτώση, αγγίζοντας το χαμηλότερο επίπεδό του από τα τέλη Φεβρουαρίου, γεγονός που υποδηλώνει σημαντική αποσυμπίεση της έντασης. Η συμφωνία για την εκεχειρία ήρθε λίγες μόλις ώρες πριν από την εκπνοή του τελεσιγράφου που είχε θέσει ο Τραμπ προς το Ιράν, απειλώντας με ολοκληρωτική καταστροφή των υποδομών της χώρας.

Ο Αμερικανός πρόεδρος, μέσω ανάρτησής του στο Truth Social, ανέφερε ότι έλαβε μια πρόταση δέκα σημείων από την Τεχεράνη, την οποία θεώρησε ως μια βιώσιμη βάση για διαπραγματεύσεις. Η εκεχειρία είναι αμφίδρομη και εξαρτάται από τη δέσμευση του Ιράν να ανοίξει ξανά τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου. Η Τεχεράνη, μέσω του Ανώτατου Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, επιβεβαίωσε την πρόθεσή της να επιτρέψει τη διέλευση των πλοίων, υπό τον όρο της πλήρους παύσης των επιθέσεων, ενώ και το Ισραήλ φέρεται να έχει αποδεχθεί τους όρους της ανακωχής.

Η άμεση επίπτωση της διπλωματικής αυτής εξέλιξης ήταν η κατάρρευση των διεθνών τιμών του πετρελαίου, οι οποίες είχαν σημειώσει άνοδο άνω του 70% από την αρχή του έτους. Το αμερικανικό αργό (WTI) υποχώρησε πάνω από 16% διολισθαίνοντας κάτω από τα 95 δολάρια το βαρέλι, ενώ το Brent κατέγραψε παρόμοια «βουτιά». Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε πιέσεις στις μετοχές των ενεργειακών κολοσσών, όπως η Exxon Mobil και η Chevron, οι οποίες βλέπουν τις μετοχές τους να υποχωρούν.

Αντίθετα, οι κλάδοι που είχαν πληγεί περισσότερο από τον πόλεμο, όπως οι αεροπορικές εταιρείες και οι εταιρείες κρουαζιέρας, καταγράφουν εντυπωσιακά κέρδη, με τις μετοχές της American Airlines και της United Airlines να ενισχύονται κατά 12% και 13,6% αντίστοιχα. Πέρα από την άμεση ανακούφιση, η εκεχειρία αλλάζει και τις προσδοκίες για τη νομισματική πολιτική της Federal Reserve. Πριν από την αποκλιμάκωση, οι αγορές φοβούνταν ότι το ενεργειακό κόστος θα τροφοδοτούσε περαιτέρω τον πληθωρισμό, καθιστώντας αδύνατη οποιαδήποτε μείωση επιτοκίων.

Πλέον, οι επενδυτές βλέπουν ξανά πιθανότητες για χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής εντός του 2026, με τα στοιχεία να δείχνουν 56% πιθανότητα για μια μείωση 25 μονάδων βάσης έως το τέλος του έτους. Παρόλο που η αβεβαιότητα παραμένει, η αγορά φαίνεται να στοιχηματίζει ότι η διπλωματική οδός θα αποτρέψει μια παγκόσμια οικονομική ύφεση. Οι επενδυτές παρακολουθούν προσεκτικά τις ομιλίες των αξιωματούχων της Fed και τα πρακτικά της τελευταίας συνεδρίασης για περαιτέρω ενδείξεις, καθώς η Wall Street επιχειρεί να ανακτήσει το χαμένο έδαφος και να πλησιάσει ξανά τα ιστορικά υψηλά της.