Η Ενιαία Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΔΗΣΥ) επιδιώκει να περιορίσει τις πρακτικές νόθευσης του ανταγωνισμού και τις «στημένες» δημόσιες συμβάσεις, στις οποίες καταφεύγουν ορισμένοι αναθέτοντες φορείς, εκμεταλλευόμενοι την ευελιξία που παρέχει το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο. Με εγκύκλιό της, η ανεξάρτητη αρχή υπενθυμίζει στις χιλιάδες αναθέτουσες αρχές ότι οι φράσεις «υπό την επιφύλαξη του ενωσιακού δικαίου» και «κατά παρέκκλιση του νόμου 4412/2016» πρέπει να χρησιμοποιούνται περιορισμένα.

Σύμφωνα με την ΕΑΔΗΣΥ, οι νόμοι που αφορούν εταιρείες του Δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα περιλαμβάνουν διατάξεις που εξουσιοδοτούν τη διοίκηση να καταρτίσει Κανονισμό, ο οποίος μπορεί να περιλαμβάνει ρυθμίσεις για έργα, προμήθειες και υπηρεσίες, κατά παρέκκλιση του νόμου 4412/2016, εφόσον είναι συμβατές με το ενωσιακό δίκαιο. Ο νομοθέτης επιδιώκει την ισορροπία μεταξύ της εταιρικής ευελιξίας και της διαφάνειας που απαιτεί το δημόσιο συμφέρον.

Η φράση «υπό την επιφύλαξη του ενωσιακού δικαίου» λειτουργεί ως θεσμική δικλίδα, καθώς ο νομοθέτης δεν επιτρέπει την πλήρη αποδέσμευση από τους ισχύοντες κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων, αλλά μόνο περιορισμένη παρέκκλιση. Ακόμη και όταν μια εταιρεία μπορεί να διαχειρίζεται τις συμβάσεις της «κατά παρέκκλιση» του νόμου 4412/2016, δεν βρίσκεται σε νομικό κενό. Υπάρχει πάντοτε ένα πλέγμα εθνικών και ενωσιακών κανόνων που επιβάλλουν δεσμευτικές αρχές και όρια.

Η ΕΑΔΗΣΥ επισημαίνει ότι ο Κανονισμός πρέπει να καθορίζει ότι ο σχεδιασμός των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων δεν γίνεται με σκοπό την εξαίρεσή τους από το πεδίο εφαρμογής των κοινοτικών οδηγιών ή τον τεχνητό περιορισμό του ανταγωνισμού. Ο ανταγωνισμός περιορίζεται τεχνητά όταν οι διαδικασίες έχουν σχεδιαστεί για να ευνοούν ή να βλάπτουν ορισμένους οικονομικούς φορείς.

Ο Κανονισμός πρέπει να περιγράφει τις διαδικασίες ανάθεσης και τα κριτήρια επιλογής τους, λαμβάνοντας υπόψη το φυσικό αντικείμενο της σύμβασης, τα οφέλη από το άνοιγμα του ανταγωνισμού και τους κινδύνους διαφθοράς. Σε περίπτωση που η αναθέτουσα αρχή επιλέξει να εφαρμόσει τις διαδικασίες ανάθεσης, οφείλει να τηρεί τις θεμελιώδεις αρχές και τα χαρακτηριστικά που τις διέπουν.

Η ΕΑΔΗΣΥ αναφέρεται επίσης στη διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς δημοσίευση προκήρυξης, η οποία επιτρέπεται μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά και το βάρος απόδειξης της συνδρομής έκτακτων περιστάσεων φέρει η αναθέτουσα αρχή.

Για τις συμβάσεις άνω των ορίων, δεν επιτρέπεται η πρόβλεψη περιπτώσεων προσφυγής στη διαδικασία με διαπραγμάτευση που δεν ρυθμίζονται από την οδηγία. Αντίστοιχα, για τις συμβάσεις κάτω των ορίων, ο Κανονισμός πρέπει να δίνει κατευθύνσεις για την τεκμηρίωση της προσφυγής στην εξαιρετική διαδικασία.

Η ΕΑΔΗΣΥ τονίζει ότι η χρήση διαδικασίας «απευθείας ανάθεσης» πρέπει να επιτρέπεται μόνο σε οριοθετημένες περιπτώσεις και υπό αυστηρούς διαδικαστικούς περιορισμούς. Η ταχύτητα που επιτυγχάνεται δεν δικαιολογεί τη γενική προσφυγή στην εν λόγω διαδικασία, ειδικά για μεγάλα ποσά.

Για την αποφυγή κατάχρησης, προτείνεται η χρήση διαγωνιστικών διαδικασιών, η εφαρμογή εγγυήσεων διαφάνειας και η οργάνωση δυναμικού συστήματος αγορών. Η ΕΑΔΗΣΥ υπογραμμίζει ότι η θέσπιση υψηλών χρηματικών ορίων απευθείας ανάθεσης πρέπει να αποφεύγεται, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε αδιαφανείς διαδικασίες και περιορισμένο ανταγωνισμό.