Η Wall Street ξεκίνησε νωχελικά τις συνεδριάσεις της εβδομάδας, μετά την αργία της Δευτέρας λόγω της Presidents’ Day, με συνεχείς εναλλαγές στα πρόσημα και τελικά κατέληξε με οριακή άνοδο, προσπαθώντας να ανακτήσει έδαφος μετά από ακόμη μία αρνητική εβδομάδα. Το επενδυτικό ενδιαφέρον μετατοπίστηκε από τον πιεσμένο κλάδο των εταιρειών λογισμικού προς τις τραπεζικές μετοχές, κάτι που αποτυπώνει την αυξανόμενη επιλεκτικότητα των χαρτοφυλακίων.
Στο κλίμα αυτό, ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones ενισχύθηκε κατά 0,07% στις 49.533 μονάδες, ο ευρύτερος S&P 500 κατέγραψε άνοδο 0,10% στις 6.843 μονάδες και ο τεχνολογικός Nasdaq σημείωσε κέρδη 0,14% στις 22.578 μονάδες. Παρά τη θετική εκκίνηση, το κλίμα παραμένει εύθραυστο για τους αμερικανικούς δείκτες, καθώς ο S&P 500 και ο Dow έχουν καταγράψει τέσσερις πτωτικές εβδομάδες στις τελευταίες πέντε, ενώ ο Nasdaq συμπλήρωσε πέντε συνεχόμενες εβδομάδες απωλειών — το μεγαλύτερο αρνητικό σερί από το 2022.
Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη, καθώς οι επενδυτές αναμένουν νέα οικονομικά στοιχεία μέσα στην εβδομάδα. Η απόδοση του 10ετούς τίτλου ενισχύθηκε οριακά στο 4,058%, ενώ η απόδοση του 30ετούς ομολόγου υποχώρησε στο 4,688%. Αντίθετα, η απόδοση του 2ετούς τίτλου αυξήθηκε στο 3,441%.
Στο ταμπλό, οι τραπεζικές μετοχές ξεχώρισαν, με την Citigroup να σημειώνει άνοδο σχεδόν 3% και την JPMorgan να κινείται υψηλότερα κατά άνω του 1%, προσφέροντας στήριξη στους βασικούς δείκτες. Οι επενδυτές φαίνεται ότι γυρίζουν την πλάτη στην τεχνολογία και αναζητούν πιο «παραδοσιακούς» κλάδους, με ισχυρές ταμειακές ροές και λιγότερη έκθεση στην τεχνολογική ανατροπή που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη.
Αντίθετα, οι μετοχές εταιρειών λογισμικού συνέχισαν να δέχονται πιέσεις, με τη ServiceNow να υποχωρεί άνω του 1% και τις απώλειες από την αρχή του 2026 να φτάνουν περίπου το 31%. Η Autodesk και η Palo Alto Networks σημείωσαν πτώση άνω του 2%, ενώ οι Salesforce και Oracle κατέγραψαν απώλειες 3% και 4% αντίστοιχα. Ο κλαδικός δείκτης iShares Expanded Tech-Software ETF (IGV) υποχώρησε πάνω από 2%, διευρύνοντας τη φετινή του πτώση στο 23%.
Η αγορά προσπαθεί να διακρίνει ποιοι παίκτες διαθέτουν βιώσιμα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και ποιοι κινδυνεύουν να χάσουν έδαφος στη νέα τεχνολογική πραγματικότητα. Αναλυτές σημειώνουν ότι η συζήτηση γύρω από την «αποτίμηση τελικού σταδίου» σε ορισμένους κλάδους έχει ανοίξει εκ νέου, με τους επενδυτές να εστιάζουν σε συγκεκριμένους κινδύνους αντί για γενικευμένες τοποθετήσεις.
Στο μακροοικονομικό πεδίο, ο πρόσφατος δείκτης τιμών καταναλωτή (CPI) διαμορφώθηκε χαμηλότερα των εκτιμήσεων για τον Ιανουάριο, ενισχύοντας τις ελπίδες για μελλοντική χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Ωστόσο, ο διοικητής της Federal Reserve Μάικλ Μπαρ τόνισε ότι υπάρχουν κίνδυνοι τόσο για την αγορά εργασίας όσο και για τον πληθωρισμό, επισημαίνοντας πως η διατήρηση των επιτοκίων στα τρέχοντα επίπεδα παραμένει η ενδεδειγμένη στρατηγική μέχρι να υπάρξει μεγαλύτερη σαφήνεια.
Στο εταιρικό μέτωπο, η Gemini υποχώρησε κατά 14% μετά την αποχώρηση κορυφαίων στελεχών και νέο κύμα απολύσεων. Η Amazon διανύει το μεγαλύτερο πτωτικό σερί από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, με τη μετοχή να έχει χάσει περίπου 12% από την αρχή του έτους και σχεδόν 450 δισ. δολάρια σε κεφαλαιοποίηση, καθώς οι επενδυτές αξιολογούν τα σχέδια επενδύσεων 200 δισ. δολαρίων στην τεχνητή νοημοσύνη και στις υποδομές cloud.
Παρά τις αναταράξεις, 37 μετοχές του S&P 500 κατέγραψαν νέα υψηλά 52 εβδομάδων, μεταξύ αυτών οι Walmart, FedEx και NextEra Energy, δείχνοντας ότι η ανοδική δυναμική δεν έχει εξαφανιστεί, απλώς έχει γίνει πιο επιλεκτική σε μια αγορά που επαναπροσδιορίζει τις ισορροπίες της στην εποχή της AI.