Λίγες συνεδριάσεις πριν από το τέλος του 2025, οι επενδυτές παγκοσμίως προετοιμάζονται να «κλειδώσουν» μια ακόμη ισχυρή χρονιά για το χρηματιστήριο. Στη Wall Street, που καθοδηγεί και τις άλλες μεγάλες αγορές, ο δείκτης S&P 500 κατευθύνεται προς ετήσια άνοδο της τάξης του 17,8% (χωρίς μερίσματα), ενώ δεν αποκλείεται να πλησιάσει για τρίτη συνεχόμενη χρονιά αποδόσεις γύρω στο 20%. Αυτά τα σερί είναι ιστορικά σπάνια, και ακόμη πιο σπάνιο είναι να συνεχιστεί το ίδιο μοτίβο και την τέταρτη χρονιά, ειδικά όταν ο βασικός κινητήρας του ράλι είναι μια σχετικά στενή ομάδα τεχνολογικών κολοσσών, που έχει αποκτήσει δυσανάλογο βάρος στον δείκτη.
Η ιστορία δεν λειτουργεί ως χρησμός, αλλά ως χρήσιμο φίλτρο. Σε περιόδους όπου ο S&P 500 καταγράφει τρία συνεχόμενα χρόνια ισχυρών κερδών, η στατιστική δείχνει ότι η επόμενη χρονιά τείνει να είναι πιο «κρύα» από τον μακροχρόνιο μέσο όρο, συχνά με αισθητά χαμηλότερες αποδόσεις ή ακόμη και με φάση συσσώρευσης. Αυτό τροφοδοτεί τη βασική «αντιστροφή» της αφήγησης: η αγορά έχει πίσω της τρία χρόνια πάνω από το μέσο όρο, άρα —στατιστικά— αυξάνονται οι πιθανότητες για μια χρονιά πιο ήπια, με λιγότερη γραμμική άνοδο και μεγαλύτερη μεταβλητότητα.
Παρά τα ιστορικά δεδομένα, το consensus των αναλυτών δεν δείχνει έτοιμο να εγκαταλείψει το σενάριο νέας ανόδου. Πολλές εκτιμήσεις βλέπουν τον S&P 500 να κινείται προς επίπεδα κοντά στις 8.000 μονάδες στο τέλος του 2026, καταγράφοντας ακόμη μία διψήφια άνοδο. Άλλες, πιο «επίσημες» προβλέψεις μεγάλων επενδυτικών οίκων είναι πιο συγκρατημένες, τοποθετώντας τον πήχη πιο κοντά σε μονοψήφιο ποσοστό ανόδου — σε επίπεδα που προσεγγίζουν τον ιστορικό μέσο όρο.
Το κρίσιμο δεν είναι ποιος αριθμός θα αποδειχθεί σωστός, αλλά ότι, ακόμη και μετά από ένα σπάνιο σερί τριών ετών, η Wall Street δεν μιλά για αλλαγή καθεστώτος. Μιλά για συνέχεια στο ράλι για 4η χρονιά — απλώς με πιο «λογικές» ταχύτητες.
Ένα από τα πιο συχνά επαναλαμβανόμενα επιχειρήματα των σκεπτικιστών αφορά τη συγκέντρωση του δείκτη στις λεγόμενες “Magnificent Seven” (Nvidia, Tesla, Microsoft, Amazon, Meta, Alphabet, Apple). Αυτή η ομάδα αντιστοιχεί σε περίπου το ένα τρίτο της συνολικής κεφαλαιοποίησης του S&P 500, γεγονός που καθιστά την πορεία του δείκτη πολύ πιο ευαίσθητη σε ό,τι συμβαίνει σε λίγους τίτλους. Με απλά λόγια, ο δείκτης μπορεί να έχει 500 μετοχές, αλλά μεγάλο κομμάτι της απόδοσης —και άρα του ρίσκου— έχει μετακινηθεί σε ένα στενότερο σύνολο. Αυτό επιταχύνει το ράλι όταν οι mega caps ανεβαίνουν, αλλά μπορεί να κάνει πιο απότομη την πτώση όταν οι ίδιοι τίτλοι γυρίσουν.
Το δεύτερο μεγάλο debate για το 2026 είναι αν η αγορά ζει μια πραγματική τεχνολογική μεταμόρφωση ή ένα υπερθερμασμένο trade που κινδυνεύει να γίνει αυτοαναφορικό. Οι αισιόδοξοι επιμένουν ότι οι σημερινοί «πρωταγωνιστές» δεν είναι ζημιογόνες dot-com εταιρείες, αλλά κολοσσοί με ισχυρές ταμειακές ροές και πραγματικά κέρδη. Οι πιο προσεκτικοί, ωστόσο, εστιάζουν στο άλλο σκέλος: οι επενδύσεις σε data centers, chips και ενεργειακές υποδομές απαιτούν τεράστια κεφάλαια. Κάποια στιγμή, η αγορά θα ζητήσει καθαρά στοιχεία για το αν αυτές οι δαπάνες μεταφράζονται σε βιώσιμα έσοδα, παραγωγικότητα και κερδοφορία. Το 2026, για πολλούς, είναι η χρονιά που η AI πρέπει να δείξει πιο πειστικά «ROI». Αν αυτό δεν συμβεί, τότε η φούσκα των αποτιμήσεων μπορεί να σπάσει.
Ένα από τα πιο ενθαρρυντικά στοιχεία προς το τέλος του 2025 είναι ότι η άνοδος δεν περιορίζεται μόνο στους mega caps. Υπάρχουν ενδείξεις διεύρυνσης: μικρότερες κεφαλαιοποιήσεις παρουσιάζουν καλύτερη σχετική εικόνα, ενώ κλάδοι που υστέρησαν νωρίτερα δείχνουν σημάδια ανάκαμψης. Επιπλέον, η εικόνα βελτιώνεται και εκτός ΗΠΑ, με διεθνείς αγορές να κλείνουν τη χρονιά με ισχυρές αποδόσεις. Αν αυτή η τάση συνεχιστεί, το 2026 μπορεί να εξελιχθεί σε χρονιά πιο «πολυκεντρική», με περισσότερες ευκαιρίες σε Ευρώπη και Ασία — κάτι που βοηθά και στη μείωση του ρίσκου συγκέντρωσης στην αμερικανική τεχνολογία.
Στο μακροοικονομικό σκέλος, το βασικό σενάριο της αγοράς είναι μια επιβράδυνση χωρίς ύφεση, με πιο «φιλική» νομισματική πολιτική στις ΗΠΑ καθώς η αγορά εργασίας δείχνει σημάδια κόπτωσης. Αυτό, όμως, έχει διπλή ανάγνωση: χαμηλότερα επιτόκια στηρίζουν τις αποτιμήσεις, αλλά αν η χαλάρωση προκύψει επειδή ο κύκλος εργασίας/κατανάλωσης «σπάει», τότε η εξίσωση αλλάζει γρήγορα. Παράλληλα, το 2026 είναι χρονιά ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, κάτι που συχνά αυξάνει την πολιτική αβεβαιότητα και κρατά υψηλή τη μεταβλητότητα, ειδικά αν υπάρξουν αιφνιδιασμοί στη φορολογία, στο εμπόριο ή στις δημοσιονομικές προτεραιότητες.
Το 2025 κλείνει με την αίσθηση ενός bull market που άντεξε. Το 2026 ανοίγει με προσδοκίες για συνέχεια — αλλά και με λιγότερο χώρο για λάθος: στις αποτιμήσεις, στα εταιρικά κέρδη, στη δυναμική της AI και στη μακροοικονομία. Μετά από τρία χρόνια ισχυρών αποδόσεων, η αγορά μπαίνει σε φάση όπου ο πήχης είναι ψηλά και η ανοχή στη διάψευση μικρότερη. Και αυτό σχεδόν πάντα μεταφράζεται σε μια χρονιά με περισσότερες διακυμάνσεις — ακόμη κι αν το τελικό πρόσημο παραμείνει θετικό.