Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και η θωράκιση της Ενιαίας Αγοράς κυριαρχούν στην άτυπη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ που πραγματοποιείται σήμερα, 12 Φεβρουαρίου, στο ιστορικό κάστρο Alden Biesen, στο βελγικό Ράικχοφεν. Σε ένα περιβάλλον απομονωμένο από τις συνήθεις πιέσεις της δημοσιότητας, οι 27 ηγέτες επιχειρούν να χαράξουν κοινό βηματισμό απέναντι στις οικονομικές και γεωπολιτικές προκλήσεις.

Κοινός παρονομαστής είναι η λιγότερη γραφειοκρατία, η ισχυρότερη ενιαία αγορά και η μικρότερη εξάρτηση από τρίτες χώρες. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, έθεσε τον τόνο πριν από την έναρξη των εργασιών, επισημαίνοντας ότι στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον η ενίσχυση της Ενιαίας Αγοράς δεν αποτελεί απλώς οικονομική επιλογή, αλλά επείγουσα στρατηγική ανάγκη.

Σύμφωνα με ευρωπαίους αξιωματούχους, η συζήτηση δεν αφορά την εκ νέου διαμόρφωση της ευρωπαϊκής στρατηγικής από μηδενική βάση. Αντιθέτως, στόχος είναι η επιτάχυνση πρωτοβουλιών που ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη: απλοποίηση κανονισμών, μείωση διοικητικών βαρών για τις επιχειρήσεις και διαφοροποίηση εμπορικών σχέσεων, με ταυτόχρονη ενίσχυση προστατευτικών εργαλείων σε ευαίσθητους τομείς.

Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Κόστα κάλεσε δύο πρόσωπα που έχουν ήδη συμβάλει ουσιαστικά στη σχετική συζήτηση: τον πρώην πρόεδρο της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι και τον πρώην πρωθυπουργό της Ιταλίας Ενρίκο Λέτα. Οι εκθέσεις που παρουσίασαν το 2024 ανέδειξαν με έμφαση τα διαρθρωτικά εμπόδια, τη γραφειοκρατική ακαμψία της ενιαίας αγοράς και τις εξωτερικές εξαρτήσεις της ΕΕ, πυροδοτώντας έναν διάλογο που συνεχίζεται με αμείωτη ένταση.

Παρότι η σημερινή άτυπη Σύνοδος δεν προβλέπει τελικό ανακοινωθέν, εκτιμάται ότι θα καταλήξει σε πολιτική δέσμευση για περαιτέρω απλοποίηση της νομοθεσίας, ενίσχυση της χρηματοδότησης της καινοτομίας – ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις – και μεγαλύτερη κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων.

Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφορά τη δυνατότητα προώθησης μεγάλων ευρωπαϊκών έργων μέσω σχημάτων «ενισχυμένης συνεργασίας», εφόσον δεν καταστεί εφικτή η ομοφωνία. Σε επιστολή της προς τους ηγέτες, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν υπογραμμίζει ότι, αν και ο στόχος παραμένει η συμφωνία και των 27, η Ένωση δεν πρέπει να διστάζει να αξιοποιεί τα εργαλεία που προβλέπουν οι Συνθήκες όταν η στασιμότητα υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα και την ικανότητα δράσης της.

Η ίδια άνοιξε και τη συζήτηση για την έννοια της «ευρωπαϊκής προτίμησης», προτείνοντας να εξεταστεί κατά πόσο εταιρείες που λαμβάνουν δημόσια χρηματοδότηση θα μπορούσαν να ενισχύουν ευρωπαϊκές βιομηχανίες μέσω των προμηθειών τους σε εξοπλισμό και τεχνολογία, ενδυναμώνοντας έτσι τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ σε κρίσιμους τομείς.

Πιο φιλόδοξη – και πιο αιχμηρή – είναι η προσέγγιση του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν. Μιλώντας στην Αμβέρσα ενώπιον βιομηχάνων, κάλεσε τις «πρόθυμες χώρες» να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις της ενιαίας αγοράς μέσω ενισχυμένης συνεργασίας, εφόσον δεν υπάρξει συνολική συμφωνία έως τα τέλη Ιουνίου. Παράλληλα, επανέφερε με έμφαση την πρόταση για κοινό ευρωπαϊκό δανεισμό – ακόμη και μέσω ευρωομολόγων – με στόχο τη χρηματοδότηση επενδύσεων στην άμυνα, την τεχνητή νοημοσύνη, καθώς και στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.

Κατά τον ίδιο, το κοινό χρέος συνιστά τον αποτελεσματικότερο τρόπο ώστε η ΕΕ να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά της απέναντι στις ΗΠΑ και την Κίνα και να εξελιχθεί σε πραγματικά αυτόνομη οικονομική δύναμη.

Παρά τη γενική συμφωνία ως προς την ανάγκη ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας, οι αποκλίσεις εντοπίζονται στα μέσα υλοποίησης. Ενδεικτική είναι η «μίνι σύνοδος» που συγκάλεσαν νωρίς το πρωί οι ηγέτες της Ιταλίας, της Γερμανίας και του Βελγίου, με τη συμμετοχή περίπου δώδεκα χωρών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Στο κοινό τους έγγραφο εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι στην έννοια της «ευρωπαϊκής προτίμησης», επισημαίνοντας ότι τυχόν παρεμβάσεις θα πρέπει να είναι εξαιρετικού χαρακτήρα, περιορισμένες και αναλογικές, και να συμβαδίζουν με τη συνολική εμπορική στρατηγική της ΕΕ και τις διεθνείς της δεσμεύσεις.

Η σημερινή άτυπη Σύνοδος, χωρίς τυμπανοκρουσίες και επίσημα συμπεράσματα, ενδέχεται τελικά να αποδειχθεί καθοριστική: όχι επειδή θα ανακοινώσει μια νέα στρατηγική, αλλά επειδή θα κρίνει αν η Ευρώπη μπορεί να κινηθεί ταχύτερα και πιο συντονισμένα σε έναν κόσμο όπου ο ανταγωνισμός εντείνεται και τα περιθώρια καθυστέρησης στενεύουν.