Οι αυξανόμενες αμφιβολίες σχετικά με τις αποδόσεις των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη στις Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να καταστήσουν το 2026 χρονιά κορύφωσης του επενδυτικού κύματος στην AI, το οποίο ξεκίνησε πριν από περισσότερα από τρία χρόνια, σύμφωνα με τη Jefferies. Η αμερικανική επενδυτική τράπεζα, σε σημείωμά της, επισημαίνει ότι τα ερωτήματα γύρω από τις αποδόσεις των δαπανών για AI έχουν αναδυθεί ήδη από το προηγούμενο τρίμηνο και προειδοποιεί ότι ο κίνδυνος εντατικοποίησης της εποπτείας αυξάνεται.

Όπως τονίζει χαρακτηριστικά, το βασικό ζήτημα για την αγορά δεν είναι πλέον το ύψος των επενδύσεων, αλλά το κατά πόσο αυτές θα μεταφραστούν σε πραγματικά έσοδα, με την εμπορική αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης να παραμένει αβέβαιη. Η ανησυχία αυτή ενισχύεται καθώς οι εταιρείες χρηματοδοτούν ολοένα και περισσότερο τις επενδύσεις τους στην τεχνητή νοημοσύνη μέσω δανεισμού αντί για ίδια κεφάλαια, με αυξανόμενη εξάρτηση από την ιδιωτική πίστωση.

Η Jefferies υπογραμμίζει ότι η αγορά αρχίζει να διαφοροποιεί μεταξύ «νικητών» και «χαμένων» στον χώρο της AI, καθώς δεν θα ανταμειφθούν όλες οι εταιρείες που αυξάνουν τις δαπάνες τους. Επιπλέον, επισημαίνει μια πιθανή σύγκλιση μεταξύ δύο περιοχών υπερβολής στην αγορά: της ιδιωτικής πίστωσης και της τεχνητής νοημοσύνης. Η πτώση των αμερικανικών μετοχών λογισμικού το προηγούμενο τρίμηνο, που προκλήθηκε από φόβους για τριγμούς στον κλάδο λόγω της AI, έχει αρνητικές συνέπειες τόσο για την ιδιωτική πίστωση όσο και για τον κλάδο των ιδιωτικών κεφαλαίων.

Εξάλλου, η συνεχιζόμενη σύγκρουση με το Ιράν δημιουργεί κινδύνους στασιμοπληθωρισμού για την παγκόσμια οικονομία, όσο τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά, επισημαίνει η Jefferies. Παρά τις δραματικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν παραμείνει σχετικά ψύχραιμες. Ωστόσο, η τράπεζα προειδοποιεί ότι η αυξημένη μεταβλητότητα στα ομόλογα του αμερικανικού Δημοσίου το προηγούμενο τρίμηνο αποτελεί ένδειξη πιθανών πιέσεων για τις μετοχές.