Το Χρηματιστήριο Αθηνών αναζητά την ανάκαμψή του, έπειτα από ένα αρνητικό τρίμηνο με πτώση -2,6% και έναν ακόμη πιο αρνητικό Μάρτιο με πτώση -9,3%. Η προσοχή των επενδυτών παραμένει στραμμένη στις εξελίξεις της Μέσης Ανατολής, καθώς η έκβαση της στρατιωτικής, γεωπολιτικής και ενεργειακής κρίσης είναι το Νο.1 ζητούμενο για την ψυχολογία της εγχώριας κεφαλαιαγοράς, η οποία εξαρτάται από τον διεθνή παράγοντα.
Η Λεωφόρος Αθηνών πρέπει να αναζητήσει θετικές ειδήσεις που θα της επιτρέψουν αρχικά να «φρενάρει» τις ρευστοποιήσεις και στη συνέχεια να ανακτήσει το χαμένο έδαφος, προσεγγίζοντας τα φετινά υψηλά των 2.407 μονάδων. Μια ενδεχόμενη κατάπαυση του πυρός ανάμεσα σε ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν θα μπορούσε να αλλάξει το κλίμα, αποκαθιστώντας την ψυχολογία και επαναφέροντας τους εγχώριους καταλύτες της μέχρι πρότινος Bull Market, όπως οι ελκυστικές αποτιμήσεις, η κερδοφορία των εισηγμένων, τα γενναιόδωρα μερίσματα και ο ανθεκτικός ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.
Επιπλέον, η χθεσινοβραδινή απόφαση του MSCI να αναβαθμίσει το Χρηματιστήριο στις Αναπτυγμένες Αγορές, αν και θα ισχύσει τον Μάιο του 2027 και όχι τον Αύγουστο του 2026 όπως αρχικά αναμενόταν, στέλνει ένα σαφές μήνυμα ότι η Λεωφόρος Αθηνών βρίσκεται σε διαδικασία ωρίμανσης.
Αντίθετα, μια παράταση της πολεμικής σύγκρουσης και η διατήρηση του υψηλού ενεργειακού κόστους θα μπορούσαν να επιμηκύνουν την «ομηρία» των ελληνικών μετοχών, οι οποίες είναι ευάλωτες στις εξωγενείς προκλήσεις λόγω της μεγάλης συμμετοχής ξένων επενδυτών. Σενάρια για επάνοδο του πληθωριστικού φαινομένου και αύξηση των επιτοκίων δανεισμού θα μπορούσαν να πλήξουν τις προοπτικές των εισηγμένων, διευρύνοντας τη «χασούρα» του α’ τριμήνου.
Κατά τη διάρκεια του α’ τριμήνου, ο Γενικός Δείκτης εμφάνισε αθροιστικές απώλειες -2,6%, με συνολική ζημιά κεφαλαιοποίησης 3,6 δισ. ευρώ. Η πτώση αυτή αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη ότι τον Φεβρουάριο το Χρηματιστήριο είχε φτάσει στα πολυετή υψηλά των 2.407 μονάδων, προσφέροντας στους επενδυτές απόδοση +13,5%. Η αναδίπλωση από αυτά τα επίπεδα ανέρχεται στο -14,2% ή 21,2 δισ. ευρώ σε όρους αποτίμησης.
Οι τραπεζικές μετοχές, παραδοσιακά οι πρώτες που πλήττονται από τη διεθνή αβεβαιότητα, είχαν φτάσει τον Φεβρουάριο έως τις 2.859 μονάδες, με απόδοση άνω του +24%. Ωστόσο, έχουν περιοριστεί κατά -19,9%, με το ισοζύγιο του α’ τριμήνου να είναι οριακά -0,2%. Οι υπόλοιποι κλαδικοί δείκτες παρουσίασαν κάμψη -2,2% για την Υψηλή Κεφαλαιοποίηση, -8,1% για τη Μεσαία Κεφαλαιοποίηση, -11,0% για τη Μικρή Κεφαλαιοποίηση και -5,1% για την Ενέργεια. Αντίθετα, ο βιομηχανικός δείκτης κατάφερε να κλείσει το α’ τρίμηνο με άνοδο +6,2%.
(Τα παραπάνω αποτελούν προϊόν δημοσιογραφικής έρευνας και δεν συνιστούν προτροπή για αγορά, πώληση ή διακράτηση οποιασδήποτε μετοχής.)