Οι μετοχές των βιομηχανικών εισηγμένων του Χρηματιστηρίου Αθηνών επηρεάζονται άμεσα από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, καθώς το ήδη υψηλό κόστος ενέργειας επηρεάζει σημαντικά τις εκτιμήσεις των αναλυτών για τη μελλοντική κερδοφορία. Αν και η πρακτική του χετζαρίσματος, δηλαδή το «κλείδωμα» των τιμών για μελλοντική χρήση, προσφέρει μια πρώτη γραμμή άμυνας, η παρατεταμένη μεταβλητότητα στη διεθνή αγορά συνεχίζει να κοστίζει πολλά χρήματα, υπονομεύοντας τις μέχρι πρότινος ιστορικές κεφαλαιοποιήσεις.
Από την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ – Ισραήλ – Ιράν, η τιμή του Brent έχει εκτοξευθεί έως την περιοχή των 120 δολαρίων/βαρέλι, με αποτέλεσμα οι εταιρείες του κλάδου να έχουν χάσει συνολικά 2,6 δισ. ευρώ. Μια ενδεχόμενη ομαλοποίηση των συνθηκών σε γεωπολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο θα μπορούσε να επιτρέψει στις «πληγωμένες» εισηγμένες να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος. Ωστόσο, είναι αβέβαιο ποιος μπορεί να προβλέψει την ακριβή κατάληξη της τρέχουσας κρίσης, την ώρα που οι οικονομικές επιπτώσεις συνεχίζουν να αυξάνονται.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Όμιλος Στασινόπουλου, όπου η αύξηση του λειτουργικού κόστους έχει δημιουργήσει μεγάλη αβεβαιότητα γύρω από τις οικονομικές επιδόσεις της φετινής χρήσης (2026), με αποτέλεσμα οι επενδυτές να επιλέγουν την έξοδο. Η κεφαλαιοποίηση της Cenergy έχει μειωθεί κατά 777,3 εκατ. ευρώ από τα τέλη Φεβρουαρίου έως σήμερα, ενώ οι αντίστοιχες απώλειες για τις Viohalco και ΕΛΒΑΛΧΑΛΚΟ υπολογίζονται σε 881,3 και 414,6 εκατ. ευρώ αντίστοιχα. Οι απώλειες αυτές επηρεάζονται και από το εντυπωσιακό ράλι των προηγούμενων μηνών, το οποίο καθιστά τους επενδυτές πιο επιρρεπείς σε διορθώσεις.
Παρόμοια είναι η κατάσταση και στην Titan Cement, όπου η χρηματιστηριακή αξία έχει περιοριστεί κατά 548,2 εκατ. ευρώ, εγκαταλείποντας τα ιστορικά υψηλά. Ο λογαριασμός του πολέμου είναι βαρύς και για τις μεσαίες και μικρές βιομηχανίες, οι οποίες ελπίζουν σε αποκλιμάκωση των ενεργειακών τιμών για να περιορίσουν τις ρευστοποιήσεις και να ανακτήσουν δυνάμεις. Η κεφαλαιοποίηση της Πλαστικά Κρήτης έχει υποχωρήσει κατά 30,1 εκατ. ευρώ, ενώ η Πλαστικά Θράκης ακολουθεί με 16,1 εκατ. ευρώ. Οι Flexopack, ΕΛΤΟΝ και Παΐρης ανήκουν επίσης στους βασικούς χαμένους, αλλά οι απώλειές τους σε απόλυτα μεγέθη διαφέρουν αισθητά από τις μεγαλύτερες εταιρείες του κλάδου.
(Τα παραπάνω αποτελούν προϊόν δημοσιογραφικής έρευνας και δεν συνιστούν προτροπή για αγορά, πώληση ή διακράτηση οποιασδήποτε μετοχής.)