Η μεταβλητότητα στο Χρηματιστήριο Αθηνών παραμένει κυρίαρχη, καθώς οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή συνεχίζουν να επηρεάζουν αρνητικά την επενδυτική ψυχολογία. Η ελληνική αγορά δεν κατάφερε να επωφεληθεί από την άνοδο των ευρωπαϊκών αγορών, καθώς οι αβέβαιες προοπτικές μιας ενδεχόμενης εκεχειρίας μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ επιδείνωσαν το κλίμα. Αυτό οδήγησε την Αθήνα σε αμυντική στάση, προσπαθώντας να διατηρήσει το τεχνικό όριο των 2.050 μονάδων, το οποίο συμπίπτει με τον κινητό μέσο όρο των 200 ημερών.

Στο μεταξύ, η τιμή του πετρελαίου Brent επανήλθε άνω των 100 δολαρίων ανά βαρέλι, γεγονός που ενισχύει τις ανησυχίες για αύξηση του πληθωρισμού και των επιτοκίων δανεισμού. Ο γερμανικός DAX, λίγο πριν το τέλος της συνεδρίασης, υποχωρούσε κατά περίπου 1%. Στο πλαίσιο αυτό, ο Γενικός Δείκτης της Αθήνας, αφού παρουσίασε αρκετές εναλλαγές, παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος στο +0,10% και τις 2.060,16 μονάδες. Σημειώνεται ότι κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, ο δείκτης έφτασε έως το χαμηλό των 2.044,21 μονάδων και αργότερα «πέταξε» έως τις 2.073,43 μονάδες. Ο τζίρος των συναλλαγών ανήλθε σε 314,0 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 30,6 εκατ. ευρώ αφορούσαν προσυμφωνημένα πακέτα.

Το Χρηματιστήριο Αθηνών συνεχίζει να κινείται σε ένα ρευστό και ευμετάβλητο περιβάλλον, με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή να επηρεάζουν την επενδυτική διάθεση. Η αβεβαιότητα γύρω από τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις και οι αντικρουόμενες πληροφορίες από Ιράν και ΗΠΑ διατηρούν την ψυχολογία των αγορών σε εύθραυστη κατάσταση. Η αισιοδοξία και η απογοήτευση εναλλάσσονται συνεχώς.

Στην Αθήνα, η προσοχή είναι στραμμένη στον κινητό μέσο όρο των 200 ημερών, ο οποίος συμπίπτει με τις 2.050 μονάδες. Η απώλεια αυτού του επιπέδου μπορεί να αμφισβητήσει το μακροπρόθεσμο σενάριο. Παράλληλα, η τιμή του πετρελαίου συνεχίζει να αυξάνεται, με τα συμβόλαια του Brent να διαπραγματεύονται σε τιμές άνω των 107 δολαρίων ανά βαρέλι, καταγράφοντας ημερήσια άνοδο περίπου 5%. Οι φόβοι για το ενεργειακό κόστος έχουν θέσει σε συναγερμό τις κεντρικές τράπεζες, καθώς το σενάριο του πληθωρισμού επανέρχεται στο προσκήνιο, δίνοντας ώθηση στα σενάρια αύξησης των επιτοκίων, κάτι που παραδέχθηκε και η Κριστίν Λαγκάρντ, επικεφαλής της ΕΚΤ.