Στο νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Εσωτερικών, που έχει τίτλο «Ρυθμίσεις για το ανθρώπινο δυναμικό του δημοσίου τομέα, τις Οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών, την ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, το Εθνικό Μητρώο Ζώων Συντροφιάς και λοιπές διατάξεις», προβλέπεται η δυνατότητα ένταξης οφειλών άνω των 10.000 ευρώ που έχουν οι πολίτες προς τους δήμους και τα νομικά τους πρόσωπα, ακόμα και αν έχουν επιβληθεί αναγκαστικά ή διασφαλιστικά μέτρα.

Οι βελτιώσεις που εισάγονται περιλαμβάνουν την αναστολή ή άρση των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης ή διασφάλισης μετά την οριστική υποβολή της αίτησης υπαγωγής και τη σύναψη της σύμβασης αναδιάρθρωσης. Σε περίπτωση που η σύμβαση ανατραπεί ή ακυρωθεί, ο δήμος θα προχωρήσει στη λήψη των εν λόγω μέτρων.

Επιπλέον, η προθεσμία για την απόδοση των εισπραχθέντων ποσών από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων προς τους δικαιούχους δήμους ή νομικά τους πρόσωπα παρατείνεται σε 60 ημέρες από 30 που ίσχυε μέχρι τώρα, χωρίς να θίγεται η παρακράτηση του 5% υπέρ της Αρχής. Ο δήμος ή το νομικό πρόσωπο διατηρούν την αποκλειστική αρμοδιότητα της διαχείρισης των μέτρων αυτών.

Σημειώνεται ότι από τον περασμένο Μάρτιο, έχει εκδοθεί κοινή υπουργική απόφαση που επιτρέπει την υπαγωγή οφειλών άνω των 10.000 ευρώ στον εξωδικαστικό μηχανισμό, καθώς και την είσπραξή τους από την ΑΑΔΕ και την απόδοσή τους στον δικαιούχο δήμο ή νομικό πρόσωπο.

Στον εξωδικαστικό μηχανισμό δεν μπορούν να υπαχθούν οφειλές για τις οποίες: α) έχει συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής, β) επίκειται η συμπλήρωση της προθεσμίας παραγραφής εντός ενός έτους, γ) το σύνολο των οφειλών του αιτούντος προς κάθε δήμο ή νομικό πρόσωπο δήμου, συμπεριλαμβανομένων και των προσαυξήσεων, είναι κάτω των 10.000 ευρώ.

Οι δήμοι ενημερώνονται άμεσα από την ΑΑΔΕ για την υπαγωγή των απαιτήσεών τους στον εξωδικαστικό μηχανισμό, την εξέλιξη της διαδικασίας, το ανεξόφλητο υπόλοιπο της οφειλής, καθώς και για την πιθανή απώλεια της ρύθμισης. Σε περιπτώσεις όπου η διαδικασία δεν ευοδώνεται, οι δήμοι υποχρεούνται να αναλάβουν εκ νέου την είσπραξη των οφειλών, διαγράφοντας αυτές από τα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της ΑΑΔΕ και αναλαμβάνοντας οι ίδιοι τη διαχείριση. Η ΑΑΔΕ παρακρατεί το 5% από κάθε εισπραττόμενο ποσό ως κόστος είσπραξης.