Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ζητά πληροφορίες από τις τράπεζες σχετικά με τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή στις δραστηριότητές τους και στους πελάτες τους. Σύμφωνα με πηγές του Bloomberg, η ΕΚΤ έχει θέσει ερωτήματα προς τα πιστωτικά ιδρύματα για κινδύνους, ρευστότητα και συμπεριφορά πελατών, στο πλαίσιο των τακτικών επαφών με τις κοινές εποπτικές ομάδες (Joint Supervisory Teams).

Τις τελευταίες ημέρες, εκπρόσωποι των ελληνικών συστημικών τραπεζών είχαν συναντήσεις με ομάδες JST και στελέχη του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM). Φέτος, οι ερωτήσεις επικεντρώθηκαν στην κρίση στη Μέση Ανατολή και στις συνέπειές της στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών. Την προσεχή Τρίτη, η επικεφαλής του SSM, Κλαούντια Μπουχ, αναμένεται στην Αθήνα για συναντήσεις με τις διοικήσεις των τραπεζών, την Ελληνική Ένωση Τραπεζών, τον διοικητή Γιάννη Στουρνάρα και τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας & Οικονομικών, Κυριάκο Πιερρακάκη.

Κατά τις πρώτες ημέρες μετά την επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν, οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ δήλωσαν ότι οι τράπεζες της Ευρωζώνης δεν έχουν σημαντική έκθεση στις περιοχές που πλήττονται από τον πόλεμο. Ωστόσο, στη Φρανκφούρτη, μετά την εμπειρία του πολέμου στην Ουκρανία, δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στους γεωπολιτικούς κινδύνους. Έχουν ήδη αρχίσει να μελετούν τους έμμεσους τρόπους που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις τράπεζες.

Η διοίκηση της ΕΚΤ δεν αποφάσισε κάποια μεταβολή στη νομισματική πολιτική, αλλά η αγορά προεξοφλεί δύο αυξήσεις επιτοκίων μέχρι το τέλος του έτους. Ο Γιοακίμ Νάγκελ, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, δήλωσε ότι η κεντρική τράπεζα «ενδέχεται να χρειαστεί να εξετάσει αύξηση επιτοκίων ακόμη και τον επόμενο μήνα». Η ανησυχία αυτή γίνεται όλο και πιο αισθητή στα χρηματιστήρια, όπου οι δείκτες σημειώνουν σημαντικές απώλειες.

Στις συναντήσεις της προσεχούς εβδομάδας με τις εποπτικές αρχές, οι εκπρόσωποι των τραπεζών θα κληθούν να απαντήσουν και σε ερωτήσεις σχετικά με τους κινδύνους στα χαρτοφυλάκιά τους και το ενδεχόμενο νέας γενιάς «κόκκινων δανείων». Στα τέλη του 2025, οι τράπεζες είχαν καταφέρει να περιορίσουν τα «μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα» στο 2,85% των χορηγήσεων, από 3,06% το γ’ τρίμηνο του 2025 και 3,34% έναν χρόνο νωρίτερα. Ωστόσο, τα μεγέθη κεφαλαιακής επάρκειας παρουσίασαν μικρή επιδείνωση, με τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας Common Equity Tier 1 (CET-1) να υποχωρεί στο 15,46%, το χαμηλότερο επίπεδο από το γ’ τρίμηνο του 2023.