Η σύλληψη και απομάκρυνση του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, έπειτα από μια ευρείας κλίμακας αμερικανική επιχείρηση στο Καράκας, ανοίγει ένα νέο και εξαιρετικά αβέβαιο κεφάλαιο για τη χώρα που διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα πετρελαϊκά αποθέματα του πλανήτη. Το ερώτημα δεν αφορά μόνο το πολιτικό μέλλον της Βενεζουέλας, αλλά και το αν, πότε και με ποιους όρους θα «ξεκλειδώσει» ένας ενεργειακός πλούτος στρατηγικής σημασίας για τις παγκόσμιες αγορές.
Η Βενεζουέλα διαθέτει περίπου 303 δισ. βαρέλια αποδεδειγμένων αποθεμάτων αργού, που αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων, σύμφωνα με διεθνείς ενεργειακούς οργανισμούς. Παρ' όλα αυτά, η παραγωγή της παραμένει καθηλωμένη γύρω στο 1 – 1,1 εκατ. βαρέλια ημερησίως, δηλαδή λιγότερο από το 1% της παγκόσμιας προσφοράς. Αυτή η πτώση είναι εντυπωσιακή σε σχέση με το παρελθόν: τη δεκαετία του 1970, η χώρα παρήγαγε έως και 3,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα, ενώ πριν από την άνοδο του Μαδούρο στην εξουσία, η παραγωγή ξεπερνούσε τα 2 εκατ. βαρέλια. Η κατάρρευση αποδίδεται σε χρόνια κακοδιαχείριση, έλλειψη επενδύσεων, διεθνείς κυρώσεις και τη σταδιακή αποσύνθεση των υποδομών της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας PDVSA.
Το μεγαλύτερο μέρος των αποθεμάτων βρίσκεται στη ζώνη του Ορινόκο και αφορά βαρύ και όξινο αργό πετρέλαιο. Η εξόρυξη και επεξεργασία του είναι πιο απαιτητική, αλλά το συγκεκριμένο είδος είναι κρίσιμο για προϊόντα όπως το ντίζελ, η άσφαλτος και τα καύσιμα βαριάς βιομηχανίας. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, το βενεζουελάνικο πετρέλαιο έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς πολλά αμερικανικά διυλιστήρια έχουν σχεδιαστεί ώστε να λειτουργούν πιο αποδοτικά με βαριά μείγματα, σε αντίθεση με το ελαφρύ αμερικανικό σχιστολιθικό αργό. Αυτό εξηγεί γιατί η Βενεζουέλα παραμένει στρατηγικός στόχος στον ενεργειακό χάρτη της Ουάσιγκτον.
Σε συνέντευξή του στο Fox News, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έδωσε λεπτομέρειες για την επιχείρηση σύλληψης του Μαδούρο, αποκαλύπτοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σκοπεύουν να εμπλακούν ενεργά και δυναμικά στον πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας. Ο Τραμπ ανέφερε ότι είχε επικοινωνήσει με τον Μαδούρο περίπου μία εβδομάδα πριν από την επιχείρηση, ζητώντας του να παραδοθεί, ενώ περιέγραψε τη δράση των ειδικών δυνάμεων ως «πολύ πιο στοχευμένη και ισχυρή» από τον αρχικό σχεδιασμό. Το μήνυμα, ωστόσο, δεν ήταν μόνο στρατιωτικό: η Ουάσιγκτον διεκδικεί ρόλο-κλειδί στη διαμόρφωση της επόμενης ημέρας για τη βενεζουελάνικη ενέργεια.
Η απομάκρυνση του Μαδούρο δεν συνεπάγεται αυτόματα σταθερότητα. Το ενδεχόμενο κενού εξουσίας, εσωτερικών συγκρούσεων ή ακόμη και εμφυλιοπολεμικής δυναμικής παραμένει ανοιχτό. Οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν ως νόμιμο πρόεδρο τον εξόριστο Εντμούντο Γκονσάλες, με τη στήριξη της βραβευμένης με Νόμπελ Ειρήνης, Μαρία Κορίνα Ματσάδο, ωστόσο καθοριστικός παράγοντας θα είναι η στάση του στρατού, η συνοχή του κρατικού μηχανισμού και πάνω από όλα η αντίδραση των πολιτών της Βενεζουέλας.
Παρά τη γεωπολιτική ένταση, οι διεθνείς αγορές πετρελαίου δείχνουν προς το παρόν ανεκτικότητα. Παραμένουν σε περιβάλλον υπερπροσφοράς, με τον OPEC να αυξάνει παραγωγή και τη ζήτηση να είναι συγκρατημένη. Η απώλεια ακόμη και ολόκληρης της παραγωγής της Βενεζουέλας θεωρείται ότι μπορεί να απορροφηθεί από την παγκόσμια εφοδιαστική. Ωστόσο, η ποιότητα του βενεζουελάνικου βαρέος αργού σημαίνει ότι δεν αντικαθίσταται εύκολα από άλλα είδη αργού χωρίς επιπτώσεις στις τιμές των προϊόντων διύλισης.
Ο Giovanni Staunovo, στρατηγικός αναλυτής της UBS, εκτιμά ότι ο άμεσος αντίκτυπος στην αγορά «δεν είναι σαφώς εμφανής ακόμη». Σύμφωνα με τον Staunovo, παρότι είναι πολύ νωρίς για οριστικά συμπεράσματα, οι εξαγωγές και η παραγωγή της Βενεζουέλας ήταν ήδη υπό πιέσεις πριν από το πλήγμα, εξαιτίας του θαλάσσιου αποκλεισμού και των κυρώσεων, και υπάρχει κίνδυνος αυτή η τάση να συνεχιστεί. Η άποψή του είναι ότι, ακόμα κι αν υπάρξει μια μικρή αύξηση του ρίσκου στις τιμές λόγω γεωπολιτικών παραγόντων, η συνολική επίδραση στην αγορά πετρελαίου πιθανότατα θα μείνει περιορισμένη.
Ακόμη και αν υπάρξει πολιτική μετάβαση και άρση κυρώσεων, η ανάκαμψη της παραγωγής δεν θα είναι άμεση. Θα απαιτηθούν χρόνια, τεράστια κεφάλαια και βαθιά θεσμική αναδιάρθρωση. Η εμπειρία χωρών όπως η Λιβύη και το Ιράκ δείχνει ότι η βίαιη αλλαγή καθεστώτος σπάνια οδηγεί σε γρήγορη ενεργειακή σταθερότητα. Για τη Βενεζουέλα, το πετρέλαιο παραμένει ταυτόχρονα σωσίβιο και κίνδυνος: μπορεί να αποτελέσει τη βάση μιας οικονομικής επανεκκίνησης ή τον καταλύτη νέων συγκρούσεων. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν έχει πετρέλαιο, αλλά αν διαθέτει το πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο για να το αξιοποιήσει χωρίς να βυθιστεί στο χάος.