Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να ακυρώσει βασικό τμήμα των δασμών που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ θέτει εν αμφιβόλω περίπου 133 δισ. δολάρια που έχουν ήδη εισπραχθεί. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η χρήση του νόμου περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης (IEEPA) για την επιβολή ευρείας κλίμακας δασμών δεν ήταν νόμιμη, ανοίγοντας τον δρόμο σε εκατοντάδες εταιρείες να διεκδικήσουν επιστροφές. Ο ίδιος ο Τραμπ ενημερώθηκε για την απόφαση την ώρα που ήταν σε σύσκεψη με κυβερνήτες και είναι φανερά εξοργισμένος με την εξέλιξη, βλέποντας μάλιστα ξένα συμφέροντα πίσω από την απόφαση των δικαστών.

Μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου, η U.S. Customs and Border Protection είχε εισπράξει περίπου 133,5 δισ. δολάρια δασμών βάσει του IEEPA. Τα συγκεκριμένα έσοδα αντιστοιχούσαν στο 67% των συνολικών δασμών του δημοσιονομικού έτους 2025 (που λήγει τον Σεπτέμβριο) και στο 57% των δασμών που εισπράχθηκαν από τα τέλη Σεπτεμβρίου έως τις 14 Δεκεμβρίου. Συνολικά, τα τελωνειακά έσοδα για το 2025 ανήλθαν σε περίπου 202 δισ. δολάρια – σχεδόν 2,4 φορές περισσότερα από το προηγούμενο έτος.

Η απόφαση αυτή αποτελεί σοβαρό πλήγμα για την κυβέρνηση Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε υποστηρίξει ότι τα έσοδα από τους δασμούς θα μπορούσαν να συμβάλουν στη μείωση του ομοσπονδιακού χρέους, να χρηματοδοτήσουν επιταγές επιστροφής χρημάτων προς τους πολίτες και να στηρίξουν αγρότες που επλήγησαν από εμπορικά αντίμετρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, είχε φτάσει στο σημείο να δηλώσει ότι τα έσοδα θα μπορούσαν ακόμη και να αντικαταστήσουν τον φόρο εισοδήματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ωστόσο, δεν έδωσε κατευθυντήριες γραμμές για το εάν – και πώς – θα πρέπει να επιστραφούν τα ποσά. Το ζήτημα αναμένεται να κριθεί σε κατώτερα δικαστήρια.

Τον Απρίλιο, ο Τραμπ είχε επιβάλει οριζόντιους δασμούς 10% σε όλες τις εισαγωγές, χαρακτηρίζοντάς τους «ανταποδοτικούς». Σε ορισμένες χώρες τα ποσοστά ήταν πολύ υψηλότερα. Ιδιαίτερα στην περίπτωση της Κίνας, οι δασμοί έφτασαν έως και το 125%, ενώ επιβλήθηκε επιπλέον 20% με αιτιολογία τον ρόλο της χώρας στη διακίνηση φαιντανύλης. Αργότερα, στο πλαίσιο εμπορικής συμφωνίας, τα ποσοστά μειώθηκαν στο 10%. Σημαντικά ποσά προήλθαν επίσης από δασμούς σε προϊόντα χάλυβα, αλουμινίου, αυτοκίνητα και ηλιακά πάνελ.

Ήδη εκατοντάδες εταιρείες έχουν κινηθεί νομικά για να διασφαλίσουν τη δυνατότητα επιστροφής των ποσών που κατέβαλαν. Εάν τα κατώτερα δικαστήρια αποφανθούν υπέρ των ενάγοντων, το αμερικανικό Δημόσιο ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπο με μαζικές απαιτήσεις επιστροφών. Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο νομικό, αλλά και δημοσιονομικό: αν τα 133 δισ. δολάρια πρέπει να επιστραφούν, το πλήγμα για τα ομοσπονδιακά έσοδα θα είναι άμεσο – και πολιτικά εκρηκτικό σε μια περίοδο έντονης συζήτησης για φόρους και ελλείμματα.