Η επιστροφή της τιμής του πετρελαίου κάτω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, μετά την εκτίναξή της κοντά στα 120 δολάρια το πρωί, έδωσε ανάσες στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, περιορίζοντας αισθητά τις αρχικές, ισχυρές απώλειες που κατέγραφαν. Ανάλογη εικόνα ισορρόπησης παρουσίασε και η Wall Street. Έτσι, ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx 600 έκλεισε με πτώση 0,63% στις 594,92 μονάδες, αν και νωρίτερα είχε βρεθεί να χάνει περίπου 2,4%. Στις μεγάλες αγορές της περιοχής, ο γερμανικός DAX διολίσθησε κατά 0,77% στις 23.409 μονάδες, ο γαλλικός CAC 40 σημείωσε πτώση 0,98% στις 7.915 μονάδες και ο FTSE 100 στο Λονδίνο έχασε 0,34% στις 10.249 μονάδες. Στην περιφέρεια, ο FTSE MIB στο Μιλάνο κατέγραψε κάμψη 0,29% στις 44.024 μονάδες και ο IBEX 35 στη Μαδρίτη διαμορφώθηκε στις 16.928 μονάδες, μειωμένος κατά 0,86%.
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δεν έδειξε κανένα σημάδι αποκλιμάκωσης με την έναρξη της δεύτερης εβδομάδας επιχειρήσεων, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ πραγματοποίησαν νέες αεροπορικές επιδρομές στο Ιράν, πλήττοντας πολλούς στόχους, μεταξύ των οποίων και εγκαταστάσεις αποθήκευσης πετρελαίου. Αντιστοίχως, η Τεχεράνη συνέχισε τα πλήγματα, με αξιωματούχους να δηλώνουν ότι η χώρα είναι έτοιμη για έναν μακρύ πόλεμο και να εξαπολύουν νέες απειλές κατά της ασφάλειας των τάνκερ που προσπαθούν να περάσουν τα Στενά του Ορμούζ. Η ναυσιπλοΐα δεξαμενόπλοιων μέσω των Στενών έχει σχεδόν σταματήσει από τότε που ξέσπασε ο πόλεμος, γεγονός που προκαλεί παγκόσμια ανησυχία για την πορεία του κλάδου. Μεγάλοι παραγωγοί πετρελαίου της περιοχής, όπως το Κουβέιτ, το Ιράν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αναγκάστηκαν να μειώσουν την παραγωγή τους, καθώς οι αποθηκευτικοί χώροι έχουν σχεδόν γεμίσει. Ως αποτέλεσμα, οι τιμές του πετρελαίου εκτινάχθηκαν πολύ πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, πλησιάζοντας ακόμη και τα 120 δολάρια, φτάνοντας σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από την περίοδο της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία το 2022. Εάν η σύγκρουση παραταθεί, έγκριτοι αναλυτές προειδοποιούν ότι οι τιμές θα μπορούσαν να κινηθούν ακόμη και προς τα 150 δολάρια το βαρέλι.
Ο Ντόναλντ Τραμπ σχολίασε ότι οι βραχυπρόθεσμες αυξήσεις στο πετρέλαιο αποτελούν «ένα μικρό τίμημα» για την εξάλειψη της πυρηνικής απειλής του Ιράν, όμως η πολιτική πίεση για ένα πιθανό ντόμινο ανατιμήσεων που θα πλήξει τα νοικοκυριά «άνοιξε» τη συζήτηση για μέτρα στήριξης, όπως και για προσπάθεια ισορρόπησης του κλάδου με «άνοιγμα» των στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου. Στην πρώτη συνεδρίαση για το θέμα που διεξήχθη νωρίτερα, σε έκτακτη τηλεδιάσκεψη των υπουργών Οικονομικών της G7, δεν ελήφθησαν σε πρώτη φάση αποφάσεις. Ωστόσο, το μέτρο της απελευθέρωσης στρατηγικών αποθεμάτων παραμένει στο τραπέζι, καθώς και ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας φάνηκε δεκτικός προς την κατεύθυνση αυτή με σημερινή τοποθέτησή του. Σε επίπεδο G7, το ζήτημα θα συζητηθεί εκ νέου αύριο, Τρίτη, σε συνεδρίαση των υπουργών Ενέργειας της Ομάδας.
Οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου περιόρισαν τις απώλειές τους, παραμένοντας σταθερά σε ανοδική πορεία. Η τιμή του Brent συμβολαίων Μαΐου ενισχύθηκε κατά 7,58% στα 99,71 δολάρια και η τιμή του αμερικάνικου WTI πρόσθεσε 4,43% στα 94,93 δολάρια το βαρέλι. Πέρα από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, η εβδομάδα ξεκίνησε χωρίς σημαντικές εταιρικές ανακοινώσεις αποτελεσμάτων στην Ευρώπη, σε μια περίοδο κατά την οποία το τρέχον τρίμηνο έχει μέχρι στιγμής κινηθεί σχετικά θετικά. Στο μέτωπο των οικονομικών στοιχείων, οι νέες παραγγελίες εργοστασίων στη Γερμανία υποχώρησαν κατά 11,1% τον Ιανουάριο, πολύ περισσότερο από την πτώση 4,2% που ανέμεναν οι αναλυτές, και μετά την αύξηση 6,4% που είχε καταγραφεί τον προηγούμενο μήνα. Παράλληλα, η βιομηχανική παραγωγή στη Γερμανία μειώθηκε κατά 0,5% σε μηνιαία βάση τον Ιανουάριο, έπειτα από πτώση 1,0% τον προηγούμενο μήνα. Η συνεχιζόμενη ισχυροποίηση του δολαρίου, που εξελίσσεται σε μεγάλο κερδισμένο της κρίσης, άσκησε πιέσεις στον χρυσό, με την προθεσμιακή τιμή του πολύτιμου μετάλλου να υποχωρεί κατά 0,86% στα 5.114 δολάρια την ουγγιά. Την ίδια ώρα, ο δείκτης δολαρίου ανέβαινε στο 99,08 και η ισοτιμία ευρώ/δολαρίου βρισκόταν στο 1,1584, με νέα κάμψη της τάξεως του 0,30% για το ευρωπαϊκό νόμισμα.