Η αρχική προσπάθεια των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων να σταθεροποιηθούν δεν είχε τελικά επιτυχία, καθώς οι ανησυχίες των επενδυτών για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την αύξηση των ενεργειακών τιμών επικράτησαν. Έτσι, η συνεδρίαση της Παρασκευής ολοκληρώθηκε με απώλειες, με τις ευρωπαϊκές μετοχές να καταγράφουν τη μεγαλύτερη εβδομαδιαία πτώση τους από τον περασμένο Απρίλιο. Συγκεκριμένα, ο δείκτης Stoxx 600 σημείωσε πτώση 1,02% στις 598,69 μονάδες, με τους περισσότερους επιμέρους κλάδους να κλείνουν σε αρνητικό έδαφος. Η πτώση του για την εβδομάδα ξεπέρασε το 6%. Στις μεγάλες αγορές της περιοχής, ο γερμανικός DAX υποχώρησε κατά 0,94% στις 23.591 μονάδες, ο γαλλικός CAC 40 έχασε 0,65% στις 7.993 μονάδες και ο FTSE 100 στο Λονδίνο διολίσθησε κατά 1,24% στις 10.284 μονάδες. Στην περιφέρεια, ο FTSE MIB στο Μιλάνο κατέγραψε πτώση 1,02% στις 44.152 μονάδες και ο IBEX 35 στη Μαδρίτη διαμορφώθηκε στις 17.074 μονάδες, μειωμένος κατά 0,99%.
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή μπήκε στην έβδομη μέρα της την Παρασκευή, με το Ισραήλ και το Ιράν να ανταλλάσσουν νέες πυραυλικές επιθέσεις. Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε σε ανάρτησή του ότι απορρίπτει οποιαδήποτε συμφωνία, απαιτώντας «την άνευ όρων παράδοση του Ιράν». Η προοπτική ενός πολέμου που θα διαταράξει την πετρελαϊκή παραγωγή και την εφοδιαστική αλυσίδα μέσω των Στενών του Ορμούζ ενέτεινε την αύξηση των τιμών του πετρελαίου. Η τιμή του Brent για συμβόλαια Μαΐου ξεπέρασε τα 92 δολάρια, με άλμα άνω του 8%, ενώ το αμερικανικό αργό WTI εκτοξεύτηκε πάνω από τα 90 δολάρια το βαρέλι, με αύξηση πάνω από 11%. Από την έναρξη του πολέμου μέχρι και χθες, το Brent είχε κερδίσει 18% και το WTI περίπου 21%.
Η εκτίναξη του ενεργειακού κόστους αναζωπύρωσε τους φόβους για νέα ενίσχυση του πληθωρισμού, επηρεάζοντας τα σχέδια των μεγάλων κεντρικών τραπεζών. Οι traders στην Ευρώπη πλέον τιμολογούν πλήρως μια αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) φέτος. Αν και το συμβούλιο αναμένεται να κρατήσει στάση αναμονής στην επικείμενη συνεδρίασή του, στις 19 Μαρτίου, αποτιμώντας τις εξελίξεις και τις συνέπειες στην οικονομία της Ευρωζώνης. Το ΑΕΠ της Ευρωζώνης αυξήθηκε μόλις κατά 0,2% το τελευταίο τρίμηνο του 2025, ελαφρώς κάτω από τις προσδοκίες, καταγράφοντας ετήσια ανάπτυξη 1,2%. Οι αναλυτές της Capital Economics ανέφεραν ότι «η οικονομία της Ευρωζώνης αναπτύχθηκε με καλό ρυθμό το τέταρτο τρίμηνο του περασμένου έτους». Αν η πρόσφατη αύξηση των τιμών ενέργειας συνεχιστεί, θα αποτελέσει μικρό αρνητικό παράγοντα για την ανάπτυξη, αλλά δεν θα είναι αρκετό για να οδηγήσει την οικονομία σε ύφεση, με τις εκτιμήσεις να παραμένουν για αύξηση του ΑΕΠ κατά περίπου 1% φέτος.
Δυσχερή θέση θα βρεθεί και η Fed, που θα πρέπει να διαχειριστεί την άνοδο των τιμών και την παρατεταμένη αδυναμία της αγοράς εργασίας. Το Jobs Report για τον Φεβρουάριο έδειξε ότι οι εργοδότες περιέκοψαν απρόσμενα θέσεις εργασίας, με τον αριθμό των προσλήψεων να μειώνεται κατά 92.000 και την ανεργία να αυξάνεται στο 4,4%. Σύμφωνα με ανάλυση του Μάικλ Χάρτνετ της Bank of America Corp, ένας παρατεταμένος πόλεμος στο Ιράν αποτελεί κίνδυνο για τις αγορές μετοχών των τραπεζών στην Ιαπωνία και την Ευρώπη, καθώς οι επενδυτές εγκαταλείπουν αυτές τις αγορές υπέρ της έκθεσης σε πετρέλαιο και το δολάριο ΗΠΑ. Η αβεβαιότητα έστρεψε τους επενδυτές και στο ασφαλές καταφύγιο του χρυσού, με τις προθεσμιακές τιμές του χρυσού να ανεβαίνουν 1,22% στα 5.141 δολάρια την ουγγιά, αν και το πολύτιμο μέταλλο ολοκληρώνει το πενθήμερο σε αρνητικό έδαφος, με κάμψη 3,4%.
Στις αγορές συναλλάγματος, ο δείκτης δολαρίου διόρθωσε ελαφρά στο 98,98, μετά τα ισχυρά κέρδη που είχε καταγράψει όλη την εβδομάδα, στο +1,4%, που είναι και η μεγαλύτερη αύξηση του από τον Νοέμβριο του 2024. Ωστόσο, το αμερικανικό νόμισμα παρέμεινε κερδισμένο έναντι του ευρώ, με την ισοτιμία να κινείται στο 1,1599. Ο αναλυτής αγορών της IG, Τόνι Σίκαμορ, σημείωσε ότι «αν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή συνεχιστεί με την τρέχουσα ένταση της, είναι πιθανό να προκαλέσει συνεχιζόμενη υψηλότερη πληθωριστική πίεση, ισχυρότερο δολάριο ΗΠΑ και μια σημαντικά μειωμένη πιθανότητα για μειώσεις επιτοκίων από τη Fed».