Στο «κλαμπ» των ισχυρών της Ευρωζώνης εντάσσει τα ελληνικά κρατικά ομόλογα ο ESM (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας), ο μεγαλύτερος δανειστής της χώρας. Σε έκθεση που δημοσιεύεται σήμερα στο blog του, αναφέρεται ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων ξεπέρασαν αυτές των ευρωπαϊκών, καθώς οι αγορές κρατικών ομολόγων είχαν κατακερματιστεί. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων έχουν συγκλίνει με αυτές πολλών άλλων χωρών, αντανακλώντας την ισχυρή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και τα δημοσιονομικά πλεονάσματα.
Αυτό υποδηλώνει ότι τα ελληνικά και τα ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα με υψηλή πιστοληπτική αξιολόγηση θεωρούνται και πάλι ως υποκατάστατα, σηματοδοτώντας μια ανανεωμένη ενοποίηση των αγορών ομολόγων. Από την άλλη πλευρά, αυτή η επανένταξη εκθέτει την Ελλάδα σε διάφορες επιδράσεις από το εξωτερικό. Για παράδειγμα, η δημοσιονομική επέκταση της Γερμανίας που ανακοινώθηκε τον Μάρτιο του 2025 αύξησε τις αποδόσεις όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και στην Ελλάδα, υπογραμμίζοντας την ανάγκη συνεχούς παρακολούθησης των εξελισσόμενων κινδύνων για τις συνθήκες χρηματοδότησης των κρατικών ομολόγων.
Τα οφέλη της επανένταξης του ελληνικού δημόσιου χρέους στην ευρύτερη ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων είναι σαφή, σύμφωνα με τον ESM. Η Ελλάδα μπορεί να δανειστεί και να αναχρηματοδοτήσει το χρέος της με ευνοϊκά επιτόκια. Ωστόσο, αυτή η επανένταξη εκθέτει την Ελλάδα σε νέους κινδύνους. Η δυναμική του χρέους στις χώρες του πυρήνα της ευρωζώνης επηρεάζει πλέον τις ελληνικές αποδόσεις όσο και εκείνες των χωρών έκδοσης. Παρά τη σημαντική μείωση των περιθωρίων των κρατικών ομολόγων, ο κίνδυνος νέας διεύρυνσης παραμένει.
Μια γενικευμένη επιδείνωση των θεμελιωδών μεγεθών της ευρωζώνης θα μπορούσε να οδηγήσει τους επενδυτές να διαφοροποιήσουν περισσότερο μεταξύ των κρατικών εκδοτών με υψηλότερο και χαμηλότερο χρέος. Για παράδειγμα, οι ανακοινώσεις των Ηνωμένων Πολιτειών στις 2 Απριλίου 2025 σχετικά με τους δασμούς προκάλεσαν μια σημαντική, αν και βραχύβια, αύξηση των περιθωρίων κινδύνου των ελληνικών κρατικών ομολόγων σε σύγκριση με τη Γερμανία. Αυτό το επεισόδιο υπογραμμίζει τη σημασία της διατήρησης της επαγρύπνησης.
Η συμπίεση του spread δείχνει ότι οι επενδυτές θεωρούν και πάλι τα ελληνικά και άλλα ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα υψηλής πιστοληπτικής ικανότητας ως στενά υποκατάστατα. Αυτό υποδηλώνει ότι οι αγορές ομολόγων είναι και πάλι πιο ενοποιημένες μετά από χρόνια κατακερματισμού. Η επανένταξη των ελληνικών και ευρωπαϊκών αγορών χρέους φέρνει αυξημένες δευτερογενείς επιπτώσεις. Οι ενοποιημένες αγορές κρατικών ομολόγων χαρακτηρίζονται από στενά spreads και ισχυρές δευτερογενείς επιδράσεις μεταξύ των χωρών.
Η ενοποίηση της αγοράς σημαίνει ότι οι επενδυτές θεωρούν τα ομόλογα που εκδίδονται από διαφορετικά κράτη ως στενά υποκατάστατα και είναι διατεθειμένοι να αναδιανείμουν τα χαρτοφυλάκιά τους. Ως αποτέλεσμα, η αύξηση της απόδοσης ενός ομολόγου αποσπά τη ζήτηση από άλλα ομόλογα, ασκώντας ανοδική πίεση στις αποδόσεις τους. Αυτές οι δευτερογενείς επιδράσεις αποτελούν την πιο συγκεκριμένη απόδειξη της ενοποίησης της αγοράς.
Ωστόσο, όπως προειδοποιεί ο ESM, παρόλο που το περιθώριο των ελληνικών ομολόγων έχει υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 ετών, είναι απαραίτητο να διατηρηθούν συνετές δημοσιονομικές πολιτικές και να μειωθεί περαιτέρω ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ, παρακολουθώντας παράλληλα στενά την εξέλιξη του κινδύνου.