Η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης είναι το κλειδί για την αύξηση της πιθανότητας περαιτέρω αναβαθμίσεων της πιστοληπτικής αξιολόγησης του αξιόχρεου της Ελλάδας στο μέλλον, σύμφωνα με την ανάλυση της Eurobank «7 Ημέρες Οικονομία». Αυτή η διεύρυνση αναμένεται να συμβάλει στην επιβράδυνση του επίμονου πληθωρισμού και στη σταδιακή αποκλιμάκωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, όπως επισημαίνουν οι αναλυτές.

Τον τελευταίο χρόνο, παρατηρήθηκαν διαδοχικές αναβαθμίσεις του αξιόχρεου της χώρας, ενώ σύντομα αναμένεται νέος κύκλος αξιολογήσεων από τους μεγάλους οίκους, με τις προοπτικές αναβάθμισης να είναι κατά πλειοψηφία σταθερές. Σύμφωνα με την ανάλυση της Eurobank, ο οίκος DBRS Morningstar θα εγκαινιάσει τον πρώτο γύρο αξιολογήσεων της ελληνικής οικονομίας για το έτος 2026, στις 6 Μαρτίου 2026. Θα ακολουθήσουν οι οίκοι Moody’s στις 13 Μαρτίου 2026, Scope Ratings στις 20 Μαρτίου 2026, Standard & Poor’s στις 24 Απριλίου 2026, και ο πρώτος γύρος αξιολογήσεων θα ολοκληρωθεί με την έκθεση του οίκου Fitch στις 8 Μαΐου 2026.

Εξαιρουμένου του οίκου Moody’s, ο οποίος κατατάσσει το αξιόχρεο της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα, οι αξιολογήσεις των λοιπών οίκων βρίσκονται ένα σκαλοπάτι πάνω από την επενδυτική βαθμίδα. Επιπλέον, με εξαίρεση τον οίκο Scope Ratings, ο οποίος αξιολογεί την ελληνική οικονομία με θετικές προοπτικές, οι υπόλοιποι καταγράφουν σταθερές προοπτικές, γεγονός που καθιστά λιγότερο πιθανή την αναβάθμιση του αξιόχρεου της Ελλάδας στην επόμενη αξιολόγησή τους.

Στις αναφορές τους για την ελληνική οικονομία, οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης επισημαίνουν, πέρα από τις θετικές εξελίξεις στο δημοσιονομικό πεδίο, τα βασικά διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας και τους καθοδικούς κινδύνους που εγκυμονούν για τις μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές της. Δεδομένου ότι η εγχώρια ζήτηση παραμένει ισχυρή μετά την πανδημία, η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης μέσω της ενίσχυσης της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας αναδεικνύεται σε βασική προτεραιότητα για την Ελλάδα, καθώς αυξάνει την πιθανότητα για περαιτέρω αναβαθμίσεις από τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης.

Για το 2025, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι ο πληθωρισμός παρέμεινε επίμονος. Η μέση ετήσια μεταβολή του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 2,9%, από 3,0% το 2024. Στην Ευρωζώνη, καταγράφηκε αποκλιμάκωση στο 2,1%, ελαφρώς υψηλότερα από τον μεσοπρόθεσμο στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), από 2,4% το 2024.

Για την Ελλάδα το 2025, η επιμονή του πληθωρισμού προήλθε κυρίως από τις κατηγορίες των υπηρεσιών, των μη επεξεργασμένων ειδών διατροφής, καθώς και της ηλεκτρικής ενέργειας, του φυσικού αερίου, των στερεών καυσίμων και της θερμικής ενέργειας. Στις τρεις αυτές κατηγορίες καταγράφηκε επιτάχυνση του ρυθμού ανόδου των τιμών. Οι εν λόγω πληθωριστικές πιέσεις αντισταθμίστηκαν εν μέρει από την επιβράδυνση του πληθωρισμού στα επεξεργασμένα είδη διατροφής και στα αλκοολούχα ποτά και καπνό, καθώς και στα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά.

Συμπερασματικά, η ανάλυση αναφέρει ότι ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα το 2025 παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αποτέλεσμα της ταυτόχρονης δράσης αντίρροπων δυνάμεων. Ωστόσο, η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης με βιώσιμο τρόπο αυξάνει την πιθανότητα για περαιτέρω αναβαθμίσεις από τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης του αξιόχρεου της Ελλάδας στο μέλλον.