Η ανακοίνωση της MSCI για την αναβάθμιση της Ελλάδας σε Κατάσταση Ανεπτυγμένης Αγοράς αποτελεί ένα ιστορικό ορόσημο. Η επαναταξινόμηση της χώρας σε καθεστώς ανεπτυγμένης αγοράς σηματοδοτεί μια επιστροφή μετά από περισσότερο από μία δεκαετία στην κατηγορία των αναδυόμενων αγορών, έπειτα από την υποβάθμιση του 2013. Η Ελλάδα επανέρχεται στον πυρήνα των ανεπτυγμένων οικονομιών, τόσο σε επίπεδο κρατικών ομολόγων όσο και σε επίπεδο κεφαλαιαγοράς.

Αυτή η εξέλιξη ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας, προσελκύει επενδυτικά κεφάλαια, διευρύνει τη βάση των διεθνών επενδυτών και δημιουργεί νέες προοπτικές χρηματοδότησης για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Το στοίχημα για το ελληνικό χρηματιστήριο είναι να αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί στο νέο περιβάλλον των «ώριμων» αγορών. Η επιτυχία, σύμφωνα με χρηματιστηριακούς αναλυτές, θα εξαρτηθεί από την ικανότητα των εισηγμένων εταιρειών να προσελκύσουν ενεργητικό, σταθερό και μακροπρόθεσμο επενδυτικό ενδιαφέρον.

Η αναβάθμιση από τον οίκο MSCI είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς οι δείκτες του αποτελούν το ισχυρότερο σημείο αναφοράς για τα θεσμικά κεφάλαια παγκοσμίως. Οι δείκτες της MSCI παρακολουθούνται από κεφάλαια ύψους περίπου 18,3 τρισ. δολαρίων, και η ένταξη σε δείκτες ανεπτυγμένων αγορών θεωρείται συνήθως θετική εξέλιξη μακροπρόθεσμα, ιδίως για τις ισχυρότερες και πιο εμπορεύσιμες μετοχές.

Παράγοντες της αγοράς εξηγούν ότι τη στιγμή που το Χ.Α περνά στον όμιλο της Euronext, δεν μπορεί η Ελλάδα, που είναι στον κεντρικό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να έχει διαφορετικό καθεστώς από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Με την ενσωμάτωση του χρηματιστηρίου Αθηνών στο οικοσύστημα Euronext, η Αθήνα θα συνδεθεί με ένα βαθύ, πανευρωπαϊκό χαρτοφυλάκιο ρευστότητας, προσφέροντας βελτιωμένη διαμόρφωση τιμών και ποιότητα εκτέλεσης.

Το ελληνικό χρηματιστήριο ήταν το μόνο της Ευρωζώνης που ήταν υποβαθμισμένο από το 2013. Την Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013, υποβαθμίστηκε από τον MSCI, ο οποίος παρακολουθείται από τους μεγαλύτερους διεθνείς οίκους. Ανάλογη υποβάθμιση δεν έχει υπάρξει για κανένα άλλο χρηματιστήριο ανεπτυγμένων αγορών.

Η ελληνική αγορά μετοχών έχει υπεραποδώσει έναντι πολλών ανεπτυγμένων αγορών, με τον βασικό δείκτη να έχει ενισχυθεί περίπου κατά 320% από τα χαμηλά της πανδημίας τον Μάρτιο του 2020. Παρά το γεγονός ότι η στάθμιση της Ελλάδας στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών θα είναι μικρότερη συγκριτικά με εκείνη στις αναδυόμενες, η διεύρυνση της επενδυτικής βάσης αναμένεται να στηρίξει σταδιακές εισροές κεφαλαίων μεσοπρόθεσμα.

Η αναβάθμιση αναμένεται να διευρύνει τη δεξαμενή των διεθνών επενδυτών που θα μπορούν πλέον να επενδύσουν στην ελληνική αγορά, προσελκύοντας σημαντικές εισροές κεφαλαίων. Το 70% των funds ακολουθούν τους δείκτες MSCI, γεγονός που αναδεικνύει τη μεγάλη σημασία της αναβάθμισης από τον οίκο MSCI.

Σύμφωνα με το Χρηματιστήριο Αθηνών, η μετάβαση από τις αναδυόμενες αγορές σε καθεστώς Ανεπτυγμένης Αγοράς θα έχει τα εξής οφέλη: πρόσβαση σε παγκόσμιο κεφάλαιο, επέκταση της βάσης επενδυτών, επιβεβαίωση δομικών μεταρρυθμίσεων, αύξηση παθητικών ροών, αυξημένη εταιρική ορατότητα, βελτιωμένη ποιότητα ροής, συντονισμό με το Investment Grade και υψηλότερα πρότυπα διαφάνειας.

Ωστόσο, υπάρχουν και επιφυλάξεις. Κατά την μετάταξη στον MSCI World Index, η στάθμιση της Ελλάδας αναμένεται να υποχωρήσει, γεγονός που θα προκαλέσει εκροές από εξειδικευμένα funds αναδυόμενων αγορών. Η JP Morgan εκφράζει δυσαρέσκεια για την προαγωγή της Ελλάδας στις αναπτυγμένες αγορές, εκτιμώντας ότι η αναβάθμιση θα μειώσει το επενδυτικό ενδιαφέρον για την ελληνική αγορά.

Η Morgan Stanley, αν και αρχικά αρνητική στην προοπτική αναβάθμισης, αναγνωρίζει ότι η αναβάθμιση συνεπάγεται μαζική ανακατανομή κεφαλαίων, με εκροές από τα EM passive funds να ξεπερνούν τα 2 δισ. δολάρια, ενώ οι εισροές από τα DM passive funds θα είναι ελαφρώς υψηλότερες.

Η Axia-Alpha Finance αναμένει βραχυπρόθεσμη αυξημένη μεταβλητότητα, αλλά και σταδιακή αντιστάθμιση από εισροές από στρατηγικές που εστιάζουν σε ανεπτυγμένες αγορές.