Οι αξιωματούχοι της Federal Reserve προσπαθούν να κατανοήσουν το οικονομικό τοπίο που διαμορφώνεται από την κλιμάκωση της σύγκρουσης με το Ιράν, σε μια περίοδο όπου η αμερικανική οικονομία φαίνεται ανθεκτική, αλλά όχι άτρωτη. Το κύριο ερώτημα είναι αν το γεωπολιτικό σοκ και η αύξηση των τιμών ενέργειας θα οδηγήσουν σε παροδική αναταραχή ή σε πιο μόνιμες πιέσεις στον πληθωρισμό και την ανάπτυξη. Ο πρόεδρος της Fed της Νέας Υόρκης, Τζον Γουίλιαμς, προειδοποίησε ότι μια διαρκής σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η οποία έχει ήδη επεκταθεί μέσω επιθέσεων της Τεχεράνης και των συμμάχων της στη Μέση Ανατολή, θα μπορούσε να επηρεάσει την αμερικανική οικονομία μέσω πτώσης των τιμών των assets, εμπορικών σοκ προς τους συμμάχους των ΗΠΑ και υψηλότερου πληθωρισμού, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.
Ο Γουίλιαμς τόνισε ότι είναι δύσκολο να συγκριθεί η τρέχουσα κατάσταση με προηγούμενα γεγονότα, όπως η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, η οποία επηρέασε την Ευρώπη αλλά δεν άλλαξε ουσιαστικά την πορεία της αμερικανικής οικονομίας ή της νομισματικής πολιτικής. «Κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος για το πόσο θα διαρκέσει αυτό ή ποιες θα είναι οι ευρύτερες συνέπειες… Η εμπειρία του παρελθόντος έχει δείξει ότι οι μεταβολές στις τιμές του πετρελαίου που έχουμε δει μέχρι στιγμής δεν μεταβάλλουν θεμελιωδώς την οικονομία, αλλά θα περιμένουμε να δούμε», υπογράμμισε.
Ο πρόεδρος της Fed της Μινεάπολις, Νιλ Κασκάρι, εξέφρασε μεγαλύτερη ανησυχία, τονίζοντας ότι η σύγκρουση με το Ιράν έχει αυξήσει την αβεβαιότητα για τις οικονομικές προοπτικές των ΗΠΑ και έχει καταστήσει δυσκολότερη την εκτίμηση της μελλοντικής πορείας της νομισματικής πολιτικής. Σε εκδήλωση του Bloomberg στη Νέα Υόρκη, ανέφερε: «Είχα μεγάλη αυτοπεποίθηση μέχρι πριν από λίγες ημέρες», πριν ξεκινήσει η κοινή επίθεση ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν. Ο Κασκάρι, ο οποίος φέτος έχει δικαίωμα ψήφου στην Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς (FOMC), σημείωσε ότι εισήλθε στο 2026 με την προσδοκία ότι η αποκλιμάκωση των πληθωριστικών πιέσεων θα άνοιγε τον δρόμο για μία μόνο μείωση επιτοκίων.
Πλέον, όπως είπε, «πρέπει να δούμε με αυτό το νέο σοκ, ενδεχομένως ένα νέο σοκ που πλήττει την παγκόσμια οικονομία… πόσο διαρκεί η επίδραση και πόσο μεγάλη είναι η επίδραση;» Ο Κασκάρι υπογράμμισε ότι οι πληθωριστικές επιπτώσεις τέτοιων συγκρούσεων είναι απρόβλεπτες και γι’ αυτό «θα χρειαστεί να δούμε πώς θα διαμορφωθούν τα στοιχεία». Θυμίζουμε ότι η Fed είχε μειώσει το βασικό της επιτόκιο πέρυσι κατά 0,75 της ποσοστιαίας μονάδας, διαμορφώνοντάς το στο εύρος 3,5%–3,75%, προσπαθώντας να στηρίξει μια αγορά εργασίας που εμφάνιζε σημάδια επιβράδυνσης, ενώ παράλληλα επιδίωκε να επαναφέρει τον πληθωρισμό στο 2%.
Μέχρι πρόσφατα, οι αγορές ανέμεναν νέες μειώσεις επιτοκίων το 2026. Ωστόσο, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου περιορίζει αυτές τις προσδοκίες, καθώς απειλεί να ανατρέψει την πρόοδο στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Σύμφωνα με το εργαλείο FedWatch της CME Group, η αγορά θεωρεί ότι το συμβούλιο θα κρατήσει στάση αναμονής στην επικείμενη συνεδρίαση του, στις 18 Μαρτίου. Ωστόσο, αυξήθηκαν αισθητά οι πιθανότητες να κρατήσει αμετάβλητα τα επιτόκια μέχρι και τον Ιούνιο, από το 45%, πλέον πάνω από το 60%.
Εάν καταστεί σαφές ότι ο πόλεμος της κυβέρνησης Τραμπ επιβαρύνει σημαντικά την οικονομική δραστηριότητα, οι προσδοκίες για χαλάρωση της πολιτικής θα μπορούσαν να αναζωπυρωθούν. Ο Κασκάρι σημείωσε ότι, αν και η Fed συνήθως εστιάζει σε δείκτες υποκείμενου πληθωρισμού για να αξιολογήσει τις μελλοντικές πιέσεις στις τιμές, η παρούσα συγκυρία ίσως απαιτήσει διαφορετική προσέγγιση. «Αν ο γενικός πληθωρισμός παραμείνει αυξημένος για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, έπειτα από πέντε χρόνια αυξημένου πληθωρισμού, αυτό είναι ένα… σενάριο στο οποίο πρέπει να δώσουμε μεγάλη προσοχή» και να αξιολογήσουμε πώς μπορεί να επηρεάσει τις πληθωριστικές προσδοκίες, είπε.
Πριν από την επίθεση στο Ιράν, ο Κασκάρι χαρακτήριζε τις προοπτικές της οικονομίας σχετικά θετικές. Ο πληθωρισμός αναμενόταν να υποχωρήσει και η αγορά εργασίας ήταν «αρκετά καλή», αν και με τάσεις επιβράδυνσης. Σε ό,τι αφορά τη διαδοχή στην ηγεσία της Fed, ο Κασκάρι δήλωσε ότι προσβλέπει σε μια παραγωγική συνεργασία με τον Κέβιν Γουόρς, ο οποίος έχει οριστεί να διαδεχθεί τον νυν πρόεδρο Τζερόμ Πάουελ, του οποίου η θητεία ως προέδρου λήγει τον Μάιο. Δήλωσε ανοιχτός σε διάλογο σχετικά με την κριτική που έχει ασκήσει ο Γουόρς στον θεσμό, καθώς και για τις απόψεις του σχετικά με τη διαχείριση του μεγάλου ισολογισμού της Fed και του συστήματος ελέγχου των επιτοκίων. Παράλληλα, ανέφερε ότι θα «του άρεσε πολύ» εάν ο Πάουελ αποφάσιζε να παραμείνει στο Διοικητικό Συμβούλιο μετά τη λήξη της θητείας του ως προέδρου, όπως έχει δικαίωμα να κάνει.