Η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και η αμερικανική εμπλοκή στη Βενεζουέλα έχουν παρουσιαστεί ως μια μάχη για τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο. Ωστόσο, το πραγματικό πλεονέκτημα για τις ΗΠΑ μπορεί να μην σχετίζεται τόσο με το μέγεθος των αποθεμάτων, όσο με το είδος του πετρελαίου και κυρίως με το ποιος μπορεί να το αξιοποιήσει.

Η Βενεζουέλα διαθέτει κυρίως πολύ βαρύ και «όξινο» αργό, ένα προϊόν δύσκολο και ακριβό στην εξόρυξη, αλλά δυνητικά ιδιαίτερα κερδοφόρο για όσους έχουν την κατάλληλη υποδομή. Τα αμερικανικά διυλιστήρια του Κόλπου του Μεξικού μπαίνουν εδώ στο παιχνίδι.

Το βαρύ αργό της Βενεζουέλας απαιτεί σύνθετα συστήματα άντλησης, αναβάθμισης και διύλισης. Αυτές οι διαδικασίες έχουν υψηλό κόστος, αλλά και ένα κρίσιμο πλεονέκτημα: τα διυλιστήρια των ΗΠΑ, κυρίως σε Τέξας και Λουιζιάνα, είναι ήδη σχεδιασμένα για αυτό το είδος πετρελαίου. Σύμφωνα με αναλυτές της αγοράς, σχεδόν το 70% της αμερικανικής διυλιστικής δυναμικότητας λειτουργεί αποδοτικότερα με βαρύτερα αργά, γεγονός που σημαίνει ότι οι ΗΠΑ μπορούν να απορροφήσουν το βενεζουελάνικο πετρέλαιο χωρίς τις τεράστιες επενδύσεις που θα απαιτούνταν αλλού.

Το βαρύ, όξινο αργό διαπραγματεύεται σχεδόν πάντα με σημαντική έκπτωση σε σχέση με τα ελαφρά και «γλυκά» αργά, όπως το WTI ή το Brent. Για τα περισσότερα διυλιστήρια αυτό αποτελεί μειονέκτημα, αλλά για τα αμερικανικά, η έκπτωση μπορεί να μετατραπεί σε καθαρό περιθώριο κέρδους. Εταιρείες όπως η Valero Energy, η Phillips 66, η Marathon Petroleum και η Chevron έχουν επενδύσει χρόνια σε μονάδες σχεδιασμένες για βαριά καναδικά αργά. Αν και το βενεζουελάνικο πετρέλαιο δεν είναι χημικά ταυτόσημο, οι αναλυτές σημειώνουν ότι «ομοιοκαταληκτεί», καθώς ο εξοπλισμός και η τεχνογνωσία είναι σε μεγάλο βαθμό συμβατά.

Η Βενεζουέλα δηλώνει επισήμως αποδεδειγμένα αποθέματα 303 δισ. βαρελιών, αλλά πολλοί ειδικοί αμφισβητούν αυτόν τον αριθμό, εκτιμώντας ότι μεγάλο μέρος αυτών των ποσοτήτων είναι δύσκολο ή οικονομικά ασύμφορο να αντληθεί. Ακόμη κι αν μόνο ένα κλάσμα, π.χ. 100 δισ. βαρέλια, αποδειχθεί αξιοποιήσιμο, το κρίσιμο ζήτημα για τα αμερικανικά διυλιστήρια δεν είναι το «πόσο», αλλά το «τι είδους» πετρέλαιο θα φτάσει στην αγορά.

Το βαρύ αργό δεν ρέει εύκολα και χρειάζεται ανάμειξη με ελαφρύτερα πετρέλαια ή διαλύτες, γεγονός που αυξάνει το κόστος. Επιπλέον, η υποδομή της Βενεζουέλας είναι σε κατάσταση διάλυσης, με τα πέντε μεγάλα διυλιστικά συγκροτήματα της χώρας να λειτουργούν περίπου στο 10% της ονομαστικής τους δυναμικότητας. Για να φτάσουν έστω στο 80%, απαιτούνται επενδύσεις άνω των 10 δισ. δολαρίων. Χωρίς ισχυρές πολιτικές εγγυήσεις και μακροχρόνια ασφάλεια πρόσβασης στους πόρους, λίγες εταιρείες θα ρισκάρουν κεφάλαια και προσωπικό.

Τα τελευταία 20 χρόνια, η κατάρρευση της κρατικής PDVSA είχε έναν απρόσμενο ωφελημένο: τα αμερικανικά διυλιστήρια. Καθώς η Βενεζουέλα δεν μπορούσε να διυλίσει το πετρέλαιό της, η προστιθέμενη αξία μεταφέρθηκε στις ΗΠΑ. Αν δυτικές εταιρείες, με αμερικανική πολιτική κάλυψη, καταφέρουν να αναστήσουν την παραγωγή βενεζουελάνικου αργού, αυτό το πλεονέκτημα μπορεί να διευρυνθεί ακόμη περισσότερο. Σε αυτή τη σκακιέρα, τα αμερικανικά διυλιστήρια ίσως αποδειχθούν οι πραγματικοί νικητές της νέας εποχής στη Βενεζουέλα, ανεξάρτητα από το αν τα μυθικά αποθέματα αποδειχθούν τελικά λιγότερο μυθικά.