Η Ευρώπη αντέδρασε συντονισμένα στην προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλει έλεγχο στη Γροιλανδία, στέλνοντας ένα μήνυμα πολιτικής εγρήγορσης. Ωστόσο, πίσω από τη διπλωματική σύμπνοια, η πραγματικότητα παραμένει σκληρή: η ευρωπαϊκή ήπειρος εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες για την ασφάλεια, τις εξαγωγές, την ενέργεια και την τεχνολογία, όπως σημειώνει η Wall Street Journal. Αυτή η εξάρτηση περιορίζει δραστικά τη διαπραγματευτική της ισχύ.

Για δεκαετίες, το ευρωπαϊκό μοντέλο ισορροπίας βασιζόταν σε έναν άτυπο καταμερισμό: ασφάλεια από τις ΗΠΑ, ενέργεια από τη Ρωσία, εξαγωγές προς την Κίνα. Σήμερα, αυτό το τρίγωνο έχει καταρρεύσει. Η Ευρώπη εξαρτάται πλέον από τις ΗΠΑ και για τα τρία: ασφάλεια, ενέργεια και αγορές. Σε έναν κόσμο εντεινόμενου ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, η συγκέντρωση αυτής της εξάρτησης λειτουργεί εις βάρος της.

Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Το 2024, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξήγαγε αγαθά αξίας περίπου 640 δισ. δολαρίων στις ΗΠΑ, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 21% των συνολικών εξαγωγών της. Το ποσοστό αυτό έχει αυξηθεί αισθητά από το 2019 και ισοδυναμεί σχεδόν με τις συνολικές εξαγωγές προς το Ηνωμένο Βασίλειο και την Κίνα μαζί. Ακόμη και χώρες που προβάλλονται ως «εναλλακτικοί πυλώνες», όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, στέλνουν περίπου το 16% των εξαγωγών τους στην αμερικανική αγορά.

Η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρήξη με τη Ρωσία ενίσχυσε τη θέση των ΗΠΑ ως βασικού προμηθευτή. Περίπου το ένα τέταρτο των εισαγωγών φυσικού αερίου της ΕΕ προέρχεται πλέον από την Αμερική, κυρίως με τη μορφή LNG. Στο πεδίο της άμυνας, η εικόνα είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική: η μεγαλύτερη αμερικανική στρατιωτική βάση στη Γερμανία φιλοξενεί περισσότερους στρατιώτες από τη μεγαλύτερη γερμανική βάση στη χώρα.

Η εξάρτηση δεν περιορίζεται σε ορατά μεγέθη. Στον ψηφιακό και χρηματοπιστωτικό τομέα, η ευρωπαϊκή αυτάρκεια παραμένει περιορισμένη. Οι Visa και Mastercard ελέγχουν περίπου τα δύο τρίτα των συναλλαγών με κάρτες στην Ευρώπη, ενώ σχεδόν το 80% των γερμανικών επιχειρήσεων δηλώνει ότι βασίζεται σε αμερικανικές ψηφιακές τεχνολογίες και υπηρεσίες. Από το cloud και τα data centers έως τα chips τεχνητής νοημοσύνης, ακόμη και οι ευρωπαϊκές startups εξαρτώνται συχνά από αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς.

Όπως επισημαίνει ο Neil Shearing, επικεφαλής οικονομολόγος της Capital Economics, αυτές οι εξαρτήσεις λειτουργούν πλέον ως «κόλλα» για το δυτικό μπλοκ. Ταυτόχρονα, όμως, προσφέρουν στην Ουάσινγκτον τεράστια μόχλευση απέναντι στην Ευρώπη – από το εμπόριο και την Ουκρανία μέχρι τη Γροιλανδία. Η Ευρώπη δεν είναι ανίσχυρη. Διατηρεί κρίσιμο ρόλο σε βιομηχανικές αλυσίδες υψηλής τεχνολογίας, όπως εξαρτήματα για τα μαχητικά F-35. Ωστόσο, η πολυφωνία και η ανάγκη συναίνεσης δυσκολεύουν τη χάραξη ενιαίας στρατηγικής.

Η περίπτωση της Γερμανίας –και ειδικά της Βάδης-Βυρτεμβέργης– αποτυπώνει το δίλημμα με σαφήνεια. Η περιοχή εξάγει περισσότερα αγαθά στις ΗΠΑ από κάθε άλλη, φιλοξενεί αμερικανικές βάσεις και έχει συνάψει μακροχρόνια ενεργειακά συμβόλαια με την Αμερική. Ταυτόχρονα, όμως, υπέστη ισχυρό πλήγμα από τους δασμούς και τη ρητορική Τραμπ. Για πολλές επιχειρήσεις, η αμερικανική αγορά παραμένει αναντικατάστατη: λιγότερη γραφειοκρατία, κοινά επιχειρηματικά πρότυπα, στενοί δεσμοί στην έρευνα και την τεχνολογία.

Για μια γενιά Ευρωπαίων –ιδίως στη Γερμανία– η σχέση με τις ΗΠΑ υπήρξε θεμέλιο της μεταπολεμικής ταυτότητας. «Δεν αμφισβητήσαμε ποτέ την αμερικανική πρωτοκαθεδρία», θυμάται ο ιστορικός Georg Schild. «Θέλουμε τους Αμερικανούς εδώ. Και τώρα νιώθουμε ότι μας γυρίζουν την πλάτη». Η Ευρώπη μπορεί να «ξύπνησε» πολιτικά. Όμως, όσο η εξάρτηση από τις ΗΠΑ παραμένει τόσο βαθιά, η στρατηγική αυτονόμηση θα παραμένει περισσότερο σύνθημα παρά πραγματική επιλογή.