Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αντλήσει έως και 406 δισ. ευρώ μέσω νέων πανευρωπαϊκών φόρων για τη χρηματοδότηση του επόμενου επταετούς προϋπολογισμού της ΕΕ, ύψους περίπου 2 τρισ. ευρώ, αντιμετωπίζεται από πολλούς περισσότερο ως αποτέλεσμα πολιτικών ισορροπιών και διαπραγματεύσεων παρά ως ουσιαστικό εργαλείο επίτευξης κοινών ευρωπαϊκών στόχων.

Όπως παραδέχεται Ευρωπαίος διπλωμάτης, το βασικό ερώτημα που θα κληθεί να απαντήσει το Συμβούλιο τον επόμενο χρόνο είναι πώς θα χρηματοδοτηθεί ο νέος προϋπολογισμός. Ωστόσο, το γιατί αυτό το ζήτημα κυριαρχεί στη συζήτηση δεν είναι απολύτως σαφές, καθώς τα κονδύλια της ΕΕ προέρχονται πάντα από τα κράτη-μέλη. Σήμερα, περίπου τα δύο τρίτα του προϋπολογισμού καλύπτονται από εθνικές εισφορές που υπολογίζονται με βάση το ακαθάριστο εθνικό εισόδημα κάθε χώρας και μπορούν, εφόσον χρειαστεί, να αυξηθούν.

Οι λεγόμενοι «ίδιοι πόροι» της ΕΕ υποτίθεται ότι θα ενίσχυαν τα έσοδα σε ευρωπαϊκό επίπεδο και ταυτόχρονα θα λειτουργούσαν ως μοχλός πολιτικής, για παράδειγμα μέσω της φορολόγησης των εκπομπών άνθρακα σε εισαγόμενα προϊόντα. Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις για τον επταετή προϋπολογισμό είναι έντονα πολιτικές και η πρόταση της Κομισιόν για άντληση περίπου 58 δισ. ευρώ ετησίως από νέους φόρους σε επιχειρήσεις, καπνικά προϊόντα και «πράσινες» δραστηριότητες, καθώς και από αλλαγές στα τελωνειακά έσοδα, δεν αποτελεί εξαίρεση.

Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, μόνο ο προτεινόμενος φόρος CORE –ένας φόρος επί του κύκλου εργασιών μεγάλων επιχειρήσεων που θα απέφερε 6,8 δισ. ευρώ ετησίως– και ορισμένες τροποποιήσεις στα τελωνειακά έσοδα θα δημιουργούσαν πραγματικά άμεσα έσοδα σε επίπεδο ΕΕ. Τα υπόλοιπα περίπου 44,6 δισ. ευρώ θα εξακολουθούσαν να προέρχονται από τους εθνικούς προϋπολογισμούς.

Παράλληλα, αρκετές από τις προτεινόμενες εισφορές προκαλούν έντονες αντιδράσεις. Ο φόρος CORE θεωρείται από πολλά κράτη-μέλη επιζήμιος για την ανταγωνιστικότητα της Ένωσης, ενώ και το Ελεγκτικό Συνέδριο προειδοποιεί για πιθανές αρνητικές επιπτώσεις. Αντίστοιχες αντιστάσεις συναντά και ο προτεινόμενος φόρος καπνού (TEDOR), ύψους 11,2 δισ. ευρώ ετησίως, καθώς ουσιαστικά μεταφέρει το 15% των υφιστάμενων εθνικών εσόδων από τη φορολόγηση καπνικών προϊόντων στο ευρωπαϊκό επίπεδο, χωρίς να δημιουργεί νέα κίνητρα αλλαγής συμπεριφοράς. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, στη σημερινή του μορφή δεν είναι βέβαιο ότι θα συμβάλει στη μείωση της κατανάλωσης καπνού.

Οι ελεγκτές τονίζουν επίσης ότι η Επιτροπή δεν έχει αξιολογήσει επαρκώς αν τα οφέλη των νέων φόρων υπερκαλύπτουν το πρόσθετο διοικητικό κόστος, ούτε αν άλλες παρεμβάσεις θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν αποτελεσματικότερα τους πολιτικούς στόχους.

Σε πολιτικό επίπεδο, τα περιθώρια ελιγμών για τις κυβερνήσεις είναι περιορισμένα, καθώς οι εθνικοί προϋπολογισμοί πιέζονται και νέες προτεραιότητες – όπως η ανταγωνιστικότητα και η άμυνα – διεκδικούν πόρους. Θεωρητικά, η ενίσχυση των ευρωπαϊκών φόρων θα μπορούσε να διευκολύνει τις εθνικές κυβερνήσεις, επιτρέποντάς τους να μεταθέτουν το πολιτικό κόστος στις Βρυξέλλες. Ωστόσο, το βασικό πλεονέκτημα της πρότασης είναι ότι αλλάζει την κατανομή των βαρών μεταξύ των κρατών-μελών.

Συγκεκριμένα, οι νέες εισφορές μετατοπίζουν μέρος του κόστους από τις πλουσιότερες χώρες, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, προς λιγότερο εύπορα κράτη, καθιστώντας τη συνολική συμφωνία πιο ελκυστική για εκείνες τις χώρες που έχουν μεγαλύτερη επιρροή στο τελικό ύψος του προϋπολογισμού. Όπως είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ο αρμόδιος επίτροπος Προϋπολογισμού Πιοτρ Σεραφίν, η πρόταση πρέπει να εξεταστεί ως ενιαίο «πακέτο», μέσα από το οποίο προκύπτουν πολιτικές ευκαιρίες για συμβιβασμό.

Παράλληλα, στο ευρωπαϊκό τραπέζι έχουν πέσει και άλλες ιδέες για νέα έσοδα, από τη φορολόγηση του τζόγου και του πλούτου έως τα κρυπτονομίσματα, τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές και τις ψηφιακές υπηρεσίες. Προς το παρόν, ωστόσο, αυτές οι προτάσεις δεν έχουν ενταχθεί στο επίσημο σχέδιο της Επιτροπής, η οποία δεν δείχνει διατεθειμένη να το αναθεωρήσει.

Την ίδια στιγμή, ορισμένες κυβερνήσεις θέτουν και ζήτημα περιορισμού των δαπανών. Όπως είχε δηλώσει ο Γερμανός αντικαγκελάριος Λαρς Κλινγκμπάιλ, εάν τα νέα έσοδα αποδειχθούν ανεπαρκή, θα πρέπει να επανεξεταστεί και το σκέλος των εξόδων, επισημαίνοντας ότι το προτεινόμενο μέγεθος του προϋπολογισμού είναι ήδη υπερβολικά μεγάλο.

Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται, με τις κυβερνήσεις της ΕΕ να φιλοδοξούν να καταλήξουν έως τα τέλη Ιουνίου σε ενδεικτικά μεγέθη για τις βασικές κατηγορίες δαπανών του επόμενου πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου.