Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ινδία ετοιμάζονται να ανακοινώσουν την Τρίτη μια εμπορική συμφωνία-ορόσημο, βάζοντας τέλος σε σχεδόν δύο δεκαετίες δύσκολων και συχνά παγωμένων διαπραγματεύσεων. Η παρουσία στο Νέο Δελχί της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, υπογραμμίζει το πολιτικό βάρος της συμφωνίας, που φιλοδοξεί να θωρακίσει τις δύο πλευρές απέναντι στους δασμούς και την απρόβλεπτη εμπορική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ.
Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Το παγκόσμιο εμπορικό σύστημα δοκιμάζεται, οι γεωοικονομικές γραμμές αναδιατάσσονται και οι μεγάλες οικονομίες αναζητούν επειγόντως εναλλακτικές. Όπως σημειώνουν αναλυτές, σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, «η διαφοροποίηση δεν είναι πολυτέλεια – είναι όρος επιβίωσης».
Οι συνομιλίες Ε.Ε.–Ινδίας ξεκίνησαν το 2007, ναυάγησαν το 2013 και επανεκκινήθηκαν μόλις το 2022. Για χρόνια, οι δύο πλευρές συγκρούονταν για δασμούς, πρόσβαση στην αγορά και ρυθμιστικά ζητήματα. Σήμερα, όμως, οι προτεραιότητες έχουν αλλάξει. Οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτησή τους τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από την Κίνα, ενώ το Νέο Δελχί προσπαθεί να αποτινάξει τη φήμη μιας κλειστής, προστατευτικής οικονομίας και να αντισταθμίσει τους υψηλούς αμερικανικούς δασμούς – που σε ορισμένες κατηγορίες φτάνουν το 50%.
Η συμφωνία προβλέπει σημαντική μείωση δασμών στα περισσότερα καταναλωτικά και βιομηχανικά προϊόντα που διακινούνται μεταξύ Ινδίας και κρατών-μελών της Ε.Ε. Ορισμένα αγροτικά προϊόντα –με αιχμή τα γαλακτοκομικά– μένουν εκτός, ενώ για τις ευρωπαϊκές εξαγωγές αυτοκινήτων προβλέπεται καλύτερη πρόσβαση, αλλά με ανώτατα όρια. Η τυπική υπογραφή θα ακολουθήσει μετά από νομικό έλεγχο, διαδικασία που εκτιμάται ότι θα διαρκέσει περίπου έξι μήνες, ενώ απαιτείται και η έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Για την Ινδία, την τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ασίας, το όφελος είναι διπλό. Από τη μία, αποκτά ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε εξαγωγές εντάσεως εργασίας –όπως ένδυση και υπόδηση– που πλήττονται από τους αμερικανικούς δασμούς. Από την άλλη, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Emkay Global Financial Services, οι ινδικές εξαγωγές προς την Ε.Ε. θα μπορούσαν να αυξηθούν έως και κατά 50 δισ. δολάρια έως το 2031, με πρωταγωνιστές τα φαρμακευτικά, τα κλωστοϋφαντουργικά και τα χημικά προϊόντα.
Για την Ε.Ε., η συμφωνία ανοίγει την πόρτα σε μια αγορά 1,4 δισ. ανθρώπων και μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες μεγάλες οικονομίες παγκοσμίως. Ωστόσο, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι το επίπεδο πρόσβασης δεν θα είναι τόσο γενναιόδωρο όσο σε άλλες πρόσφατες συμφωνίες, ενώ ζητήματα όπως τα εργασιακά και τα περιβαλλοντικά πρότυπα παραπέμπονται σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις.
Παράλληλα με το εμπορικό σκέλος, Ε.Ε. και Ινδία παρουσιάζουν και μια νέα συμφωνία-πλαίσιο για την ασφάλεια και την άμυνα. Πρόκειται κυρίως για πολιτικό σήμα, σε μια περίοδο που η διατλαντική σχέση δοκιμάζεται. Οι δύο πλευρές δεσμεύονται να ενισχύσουν τη συνεργασία στην αμυντική βιομηχανία, ανοίγοντας δυνητικά τον δρόμο για μείωση της ινδικής εξάρτησης από τα ρωσικά οπλικά συστήματα, καθώς και να εξετάσουν κοινές δράσεις στη θαλάσσια ασφάλεια.
Οι διαφωνίες δεν έλειψαν ούτε εδώ: η τελική διατύπωση αποφεύγει κάθε αναφορά στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, μετά από έντονες συζητήσεις της τελευταίας στιγμής. Παρ’ όλα αυτά, το μήνυμα είναι σαφές. Όπως σημειώνουν ειδικοί, «το τόξο της ινδικής εξωτερικής πολιτικής γέρνει σταδιακά προς τη Δύση».
Σε έναν κόσμο όπου το εμπόριο χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο ως στρατηγικό όπλο, η συμφωνία Ε.Ε.–Ινδίας υπερβαίνει τους δασμολογικούς πίνακες. Είναι μια προσπάθεια αναπροσαρμογής συμμαχιών, με φόντο τον εμπορικό πόλεμο, την Κίνα και την αβεβαιότητα που προκαλεί η επιστροφή του προστατευτισμού. Για τις Βρυξέλλες και το Νέο Δελχί, μπορεί να μην είναι μια τέλεια συμφωνία – αλλά είναι, ξεκάθαρα, η πιο αναγκαία.