Μετά από 44 χρόνια αδιάκοπης λειτουργίας, η Τζένιφερ Μπέργκμαν αναγκάστηκε να κλείσει το κατάστημα παιχνιδιών της στη Νέα Υόρκη, λόγω των υψηλών δασμών που έχει επιβάλει η κυβέρνηση Τραμπ στα εισαγόμενα προϊόντα. Οι εισαγωγές παιχνιδιών από την Κίνα, τον κορυφαίο κατασκευαστή στον κόσμο, υπόκεινται προσωρινά σε ειδικούς δασμούς 145%. «Οι τιμές μας αυξάνονται και δεν μπορώ να ανταγωνιστώ τους μεγάλους παίκτες της αγοράς», δηλώνει η Μπέργκμαν. «Με τους δασμούς, τα πράγματα έγιναν τρομακτικά», προσθέτει.

Η δασμολογική πολιτική του προέδρου Τραμπ πλήττει ιδιαίτερα σκληρά τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις στην Αμερική. «Σε έναν χρόνο, οι αμερικανικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που παράγουν το 44% του ΑΕΠ των Ηνωμένων Πολιτειών, έχουν επιβαρυνθεί συνολικά με 63,1 δισεκατομμύρια δολάρια, λόγω δασμών», αναφέρουν σε έκθεσή τους τα μέλη της Επιτροπής Μικρών Επιχειρήσεων και Επιχειρηματικότητας της Γερουσίας. Αν οι δασμοί παραμείνουν ως έχουν, οι μικρομεσαίες εταιρείες αντιμετωπίζουν ετήσιο κόστος 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με την έκθεση.

Η επιβολή υψηλών δασμών στα εισαγόμενα προϊόντα αποτελεί κεντρικό πυλώνα της οικονομικής πολιτικής της αμερικανικής κυβέρνησης. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επιμένει ότι βασίζεται στους δασμούς για να επαναφέρει την παραγωγή στις ΗΠΑ. Στόχος αυτών των δασμών είναι η δημιουργία πρόσθετων κρατικών εσόδων και η μετατόπιση της βιομηχανικής παραγωγής προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Τραμπ υποστηρίζει επανειλημμένα ότι οι δασμοί θα μετακυλιστούν κυρίως σε ξένους κατασκευαστές.

Ωστόσο, ανάλυση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας δείχνει ότι οι Αμερικανοί επωμίζονται σχεδόν ολόκληρο το βάρος των δασμών που επέβαλε ο πρόεδρος Τραμπ. Σύμφωνα με ανάρτηση σε ιστολόγιο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης, το 90% των δασμών απορροφήθηκε από Αμερικανούς καταναλωτές και επιχειρήσεις. «Η δασμολογική πολιτική του Τραμπ ήταν μέχρι τώρα εξαιρετικά ασταθής», λένε παράγοντες της αγοράς.

Οι εισαγωγείς έχουν τρεις επιλογές για να αντιμετωπίσουν τους δασμούς: να μετακυλίσουν το επιπλέον κόστος στους πελάτες τους προσθέτοντας τους δασμούς στις τιμές, να απορροφήσουν οι ίδιοι το κόστος, ή να διαπραγματευθούν μείωση τιμής με τους κατασκευαστές. Τα ευρήματα της Fed της Νέας Υόρκης ευθυγραμμίζονται με έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO), που αναφέρει ότι οι υψηλότεροι δασμοί ανεβάζουν άμεσα το κόστος των εισαγόμενων αγαθών, αυξάνοντας έτσι τις τιμές για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ.

Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα από το ανεξάρτητο think tank «Tax Foundation» διαπίστωσε ότι οι δασμοί πέρυσι ισοδυναμούσαν με μια μέση ετήσια αύξηση φόρων, ύψους 1.000 δολαρίων, για τα αμερικανικά νοικοκυριά. Φέτος, το ποσό αυτό αναμένεται να ανέλθει στα 1.300 δολάρια. Οι Αμερικανοί εμφανίζονται μάλιστα ιδιαίτερα δυσαρεστημένοι με τον τρόπο που χειρίστηκε ο πρόεδρος Τραμπ τον πληθωρισμό, με περίπου το 60% να αποδοκιμάζει τις πολιτικές του.

Οι τιμές καταναλωτή είναι πιθανό να αποτελέσουν βασικό παράγοντα στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου για την ανανέωση του Κογκρέσου. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν μια αυξανόμενη ανησυχία ότι οι δασμοί όχι μόνο θα βλάψουν τους Αμερικανούς καταναλωτές, αλλά και θα επηρεάσουν αρνητικά τις προοπτικές εκλογής πολλών Ρεπουμπλικανών βουλευτών και γερουσιαστών του Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος προσπαθεί να επηρεάσει την Ομοσπονδιακή Τράπεζα ώστε να μειωθούν τα επιτόκια, ώστε εν μέρει τουλάχιστον, να καταστούν φθηνότερα τα στεγαστικά δάνεια.