Το πρώτο βήμα για την αύξηση του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος αναμένεται να φτάσει το 2027 στα 950 ευρώ (μικτά) ή και υψηλότερα, πραγματοποιείται αυτή την εβδομάδα με την υποβολή υπομνημάτων από τους εμπλεκόμενους φορείς. Η Κυβέρνηση έχει ως «κρυφό χαρτί» την επιθυμία οι βασικές αποδοχές να φτάσουν τα 1.000 ευρώ, δηλαδή να είναι τετραψήφιος ο αρχικός μισθός το 2027, έτος βουλευτικών εκλογών. Σήμερα, ο κατώτατος μισθός ανέρχεται στα 880 ευρώ, και οι προτάσεις που θα υποβληθούν αναμένονται να κυμαίνονται εντός αυτού του εύρους.

Οι πληροφορίες για τις βασικές αποδοχές που μπορούν να «κλειδώσουν» για φέτος στην περιοχή από 910 έως 920 ευρώ μικτά φαίνονται λογικές, με πολλά να εξαρτώνται από τις προτάσεις και τα επιχειρήματα που θα τις συνοδεύουν. Η προσέγγιση προς το 2027, που είναι «έτος εκλογών», δημιουργεί μια ιδιαίτερη δυναμική, και δεν αποκλείεται το τελικό ύψος του κατώτατου μισθού να ξεπεράσει τον αρχικό στόχο και να φτάσει τα 1.000 ευρώ, μέσω δύο διαδοχικών αυξήσεων, το τρέχον έτος και το 2027.

Παράγοντες της αγοράς εκφράζουν προβληματισμό σχετικά με την τελική απόφαση της Κυβέρνησης, καθώς η πορεία της Οικονομίας παραμένει θετική και αυτό μπορεί να υποστηριχθεί με πολιτικά επιχειρήματα. Σε περίπτωση που συμβεί αυτό, οι βασικές αποδοχές μπορεί να αυξηθούν ακόμα περισσότερο, προσεγγίζοντας τα 930 – 940 ευρώ, μικτά. Ωστόσο, για να γίνει αυτό, θα πρέπει να υπάρξει και η κατάλληλη επιχειρηματολογία σχετικά με το οικονομικό αποτύπωμα μιας τέτοιας αύξησης. Ο κατώτατος μισθός αφορά περίπου 600.000 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, αριθμός που μειώνεται κάθε χρόνο.

Αρμόδιοι υπηρεσιακοί παράγοντες του υπουργείου Εργασίας είναι πιο επιφυλακτικοί. Το «φράγμα» των 900 ευρώ αναμένεται να σπάσει φέτος, αλλά είναι αβέβαιο πόσο κοντά θα φτάσουν οι βασικές αποδοχές στο όριο των 950 ευρώ. Η διαδικασία που ακολουθείται είναι θεσμική: πρώτα υποβάλλονται οι προτάσεις των κοινωνικών εταίρων στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας, ακολουθεί η γνωμοδότηση από το ΚΕΠΕ και τέλος η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας εκφράζει τη γνώμη της.

Υπενθυμίζεται ότι οι εργαζόμενοι που αμείβονται με κατώτατες αποδοχές στον ιδιωτικό τομέα ανέρχονται στα 600.000. Φέτος, η στήριξη στις συλλογικές διαπραγματεύσεις μέσω της Κοινωνικής Συμφωνίας μπορεί να οδηγήσει σε νέες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, αυξάνοντας έτσι το μέσο μισθό και περιορίζοντας τον αριθμό των εργαζομένων που αμείβονται με τον βασικό μισθό.

Οι εκπρόσωποι των εργοδοτών, όπως η ΓΣΕΒΕΕ, η ΕΣΕΕ, ο ΣΕΤΕ και ο ΣΕΒ, είναι συνήθως πιο συγκρατημένοι στις προτάσεις τους για την αύξηση του βασικού μισθού, ενώ η ΓΣΕΕ επιδιώκει τη μέγιστη δυνατή αύξηση, με το Ινστιτούτο Εργασίας της να αναφέρεται σε ποσοστά αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η διαδικασία θα είναι παρόμοια με τις προηγούμενες χρονιές: τα υπομνήματα θα παραληφθούν από τον ΟΜΕΔ και θα συμμετάσχουν φορείς που έχουν σημασία για την Οικονομία, όπως η Τράπεζα της Ελλάδος και το ΙΟΒΕ.

Μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου, θα ετοιμαστούν ξεχωριστά υπομνήματα από την Επιτροπή Διαβούλευσης και την ειδική Επιστημονική Επιτροπή. Στη συνέχεια, όλα τα υπομνήματα θα παραληφθούν από το ΚΕΠΕ, το οποίο θα υποβάλει την τελική του πρόταση προς την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας. Το β’ δεκαπενθήμερο του Μαρτίου αναμένεται η εισήγηση προς το Υπουργικό Συμβούλιο, ώστε να ληφθεί η οριστική απόφαση και από την 1η Απριλίου ο νέος κατώτατος μισθός να τεθεί σε εφαρμογή.

Αυτή θα είναι η προτελευταία φορά που θα πραγματοποιηθεί αυτή η διαδικασία, καθώς το 2027 θα είναι το τελευταίο έτος που οι βασικές αποδοχές θα καθοριστούν με τον ίδιο τρόπο. Από το 2028 και μετά, ο κατώτατος μισθός θα αναπροσαρμόζεται με βάση συγκεκριμένο μαθηματικό τύπο που θα λαμβάνει υπόψη την παραγωγικότητα της οικονομίας και τον πληθωρισμό. Στις καινοτομίες που θα ισχύσουν περιλαμβάνεται ότι ο κατώτατος μισθός δεν θα μπορεί να μειωθεί και θα ισχύει και για τον δημόσιο τομέα, όπου η αύξηση έχει ήδη εφαρμοστεί από πέρυσι.