Η Ελλάδα βρίσκεται σε δυσμενή θέση όσον αφορά το εμπορικό αγροτικό ισοζύγιο με τις χώρες της Mercosur, με αναλογία 1 προς 13 εις βάρος της. Οι εισαγωγές αγροτικών προϊόντων από τη Λατινική Αμερική είναι κυρίαρχες, και οι αγρότες αμφισβητούν την ικανότητα των προβλεπόμενων δικλίδων να προστατεύσουν την εγχώρια παραγωγή από νέες πιέσεις.

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2024 η Ελλάδα εισήγαγε αγροτικά προϊόντα, τρόφιμα και ποτά (χωρίς τον καπνό) αξίας 452,1 εκατ. ευρώ από τις χώρες της Mercosur, ενώ οι εξαγωγές προς αυτές ανήλθαν μόλις σε 34,5 εκατ. ευρώ. Οι εισαγωγές περιλαμβάνουν κυρίως πρώτες ύλες και τρόφιμα που χρησιμοποιούνται στην κατανάλωση, τη μεταποίηση και τις ζωοτροφές. Σημαντικό μέρος των εισαγωγών αφορά προϊόντα ζωικής προέλευσης, όπως βόειο κρέας και πουλερικά, κυρίως από τη Βραζιλία και την Αργεντινή, καθώς και ζάχαρη.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι εισαγωγές σόγιας και προϊόντων σόγιας, που χρησιμοποιούνται κυρίως ως ζωοτροφές, καθώς και το καλαμπόκι και άλλα σιτηρά. Αυτές οι κατηγορίες προϊόντων επηρεάζουν άμεσα το κόστος παραγωγής στην ελληνική κτηνοτροφία και εντείνουν την εξάρτηση από τρίτες χώρες. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι εισαγωγές ρυζιού, μελιού και άλλων βασικών αγροτικών προϊόντων, που εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά μέσω ποσοστώσεων ή ειδικών εμπορικών καθεστώτων.

Επιπλέον, καταγράφονται υψηλές εισαγωγές ορισμένων φρούτων και αγροτικών προϊόντων ευρείας κατανάλωσης, όπως εσπεριδοειδή και πρώτες ύλες για τη βιομηχανία τροφίμων. Σημαντικό μέρος των εισαγόμενων προϊόντων αφορά μεταποιημένες ή ημι-μεταποιημένες αγροτικές ύλες που ανταγωνίζονται άμεσα την εγχώρια παραγωγή. Αυτές οι εισαγωγές διαμορφώνουν μια ήδη επιβαρυμένη εικόνα για το εμπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων της χώρας, η οποία αναμένεται να επιδεινωθεί περαιτέρω αν αρθούν οι δασμοί στο πλαίσιο της συμφωνίας Ε.Ε.-Mercosur.

Ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Κώστας Τσιάρας, χαρακτήρισε τη συμφωνία Mercosur «σύνθετη» και τόνισε την ανάγκη για ρητές ασφαλιστικές δικλίδες, με κεντρική τη ρήτρα αμοιβαιότητας, ώστε τα εισαγόμενα προϊόντα να παράγονται με τους ίδιους κανόνες που ισχύουν στην Ε.Ε. Επίσης, ανέφερε ότι θα υπάρξουν μηχανισμοί προστασίας της αγοράς, οι οποίοι θα ενεργοποιούνται σε περίπτωση πτώσης τιμών κάτω από συγκεκριμένα όρια.

Η ηγεσία του υπουργείου εκτιμά ότι, παρά τις περιορισμένες εξαγωγές της Ελλάδας προς τις χώρες Mercosur, η συμφωνία προσφέρει νέες προοπτικές. Τα 21 ελληνικά προϊόντα προστασίας προέλευσης και γεωγραφικής ένδειξης (ΠΟΠ-ΠΓΕ) θα προστατεύονται από απομιμήσεις, δίνοντας τη δυνατότητα πώλησης σε υψηλότερες τιμές. Ωστόσο, οι αγρότες ανησυχούν για την εφαρμογή αυτών των δικλίδων στην πράξη, προτού η ζημιά γίνει μη αναστρέψιμη.

Επιπλέον, μόνο στην Αργεντινή και τη Βραζιλία καλλιεργούνται γενετικά τροποποιημένες ποικιλίες σε έκταση 900 εκατ. στρεμμάτων, ενώ υπάρχουν σοβαρά ζητήματα σχετικά με τη χρήση απαγορευμένων φυτοφαρμάκων και την έλλειψη επαρκών συστημάτων ιχνηλασιμότητας. Οι αγρότες και οι εξαγωγείς δεν αναμένουν ουσιαστική αύξηση των ελληνικών εξαγωγών προς τις χώρες της Mercosur, και η πλήρης προστασία των προϊόντων ΠΟΠ αναμένεται να ολοκληρωθεί σε βάθος επταετίας, αφήνοντας περιθώρια για φθηνότερες απομιμήσεις.

Αξιοσημείωτο είναι ότι οι Βρυξέλλες δικαιολογούν την απόφαση αυτή με το επιχείρημα ότι οι αγρότες στην Ε.Ε. αποτελούν μόνο το 3,8% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, ενώ στη βιομηχανία απασχολείται το 24%. Στην Ελλάδα, οι επαγγελματίες αγρότες καταλαμβάνουν περίπου το 10% έως 11,5% του συνολικού εργατικού δυναμικού, με τον ελληνικό γεωργικό τομέα να απασχολεί περίπου 400.000 άτομα, ποσοστό που είναι από τα υψηλότερα στην Ε.Ε.