Η παγκόσμια αγορά ομολόγων αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη μηνιαία πτώση των τελευταίων ετών, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ανατρέπει τις ισορροπίες και ενισχύει τους φόβους για ένα επικίνδυνο μείγμα υψηλού πληθωρισμού και επιβράδυνσης της ανάπτυξης. Η εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και η αβεβαιότητα για τη διάρκεια της σύγκρουσης έχουν οδηγήσει τους επενδυτές σε μαζικές πωλήσεις κρατικών τίτλων, με τις τιμές να καταγράφουν σημαντική πτώση και τις αποδόσεις να αυξάνονται. Αυτό σημαίνει υψηλότερο κόστος δανεισμού για τις κυβερνήσεις.

Στην Ευρώπη, οι αγορές προεξοφλούν νέες αυξήσεις επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Τράπεζα της Αγγλίας, ανατρέποντας τις προσδοκίες που επικρατούσαν πριν από τον πόλεμο. Στη Βρετανία, η απόδοση του διετούς ομολόγου εκτινάχθηκε κατά σχεδόν 100 μονάδες βάσης μέσα στον Μάρτιο, η μεγαλύτερη άνοδος από την περίοδο της κρίσης της Λιζ Τρας το 2022, ενώ η απόδοση του 10ετούς αυξήθηκε κατά 77 μονάδες βάσης. Στη Γερμανία, η απόδοση του διετούς τίτλου έχει αυξηθεί κατά 69 μονάδες βάσης, φθάνοντας στο 2,66%, ενώ το 10ετές κινείται ανοδικά κατά 45 μονάδες βάσης, αγγίζοντας πρόσφατα υψηλό 15ετίας στο 3,13%. Στην Ιταλία, οι αποδόσεις ακολουθούν παρόμοια πορεία με τη Βρετανία: το διετές έχει αυξηθεί κατά 85 μονάδες βάσης και το 10ετές κατά 78, στο 4%. Η απόδοση του ελληνικού 10ετούς είναι στο 3,95%, ενώ ήταν στο 3,7% στην έναρξη του πολέμου.

Παρά τη μικρή αποκλιμάκωση που καταγράφηκε σήμερα, οι αγορές παραμένουν υπό έντονη πίεση, καθώς οι επενδυτές προσπαθούν να αποτιμήσουν το βάθος και τη διάρκεια των επιπτώσεων. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η απόδοση του διετούς ομολόγου έχει αυξηθεί κατά περίπου 50 μονάδες βάσης μέσα στον μήνα, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη άνοδο από τον Οκτώβριο του 2024. Το 10ετές αμερικανικό ομόλογο κινείται επίσης ανοδικά, με άνοδο 44 μονάδων βάσης, πλησιάζοντας το 4,4%. Οι επενδυτές έχουν εγκαταλείψει την ιδέα ότι η Federal Reserve θα προβεί σε μειώσεις επιτοκίων, καθώς η επιμονή των υψηλών τιμών ενέργειας ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις.

Στην Ασία-Ειρηνικό, οι αγορές εμφανίζουν μικτή εικόνα. Στην Αυστραλία, η απόδοση των τριετών ομολόγων αυξήθηκε κατά περίπου 50 μονάδες βάσης μέσα στον Μάρτιο, ενώ στην Ιαπωνία οι αποδόσεις έχουν φθάσει σε υψηλά δεκαετιών. Αντίθετα, η Κίνα παρουσιάζει σχετική ανθεκτικότητα, με τις αποδόσεις των διετών κρατικών τίτλων να υποχωρούν, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη μηνιαία πτώση από τα τέλη του 2024, καθώς οι επενδυτές εκτιμούν ότι η χώρα είναι καλύτερα θωρακισμένη απέναντι στο ενεργειακό σοκ.

Το περιβάλλον που διαμορφώνεται είναι ιδιαίτερα απαιτητικό για τις κεντρικές τράπεζες. Οι υψηλές τιμές ενέργειας τροφοδοτούν τον πληθωρισμό, ενώ η οικονομική δραστηριότητα απειλείται από επιβράδυνση. Πρόκειται για το κλασικό δίλημμα του στασιμοπληθωρισμού: αν αυξήσουν τα επιτόκια, κινδυνεύουν να επιβαρύνουν περαιτέρω την ανάπτυξη, ενώ αν δεν το κάνουν, διακινδυνεύουν να αφήσουν τον πληθωρισμό ανεξέλεγκτο. Η παρατεταμένη σύγκρουση και οι υψηλές τιμές ενέργειας αυξάνουν τον κίνδυνο επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας, γεγονός που αρχίζει να αντικατοπτρίζεται και στις κινήσεις των ομολόγων. Οι επενδυτές αρχίζουν να «ζυγίζουν» όχι μόνο τον πληθωρισμό, αλλά και το κόστος που θα έχει η σύγκρουση στην παγκόσμια ανάπτυξη. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η εποχή των «εύκολων» αγορών ομολόγων έχει τελειώσει — τουλάχιστον προς το παρόν.