Η φράση του τίτλου ανήκει στον Ντάνιελ Γουέμπστερ, μια εμβληματική πολιτική φυσιογνωμία των ΗΠΑ και δεινό ρήτορα. Ειπώθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1840, σε ομιλία του στο Κογκρέσο για τη γεωργία. Σχεδόν δύο αιώνες μετά, ακούγεται λιγότερο ως ρητορικό εγκώμιο και περισσότερο ως προειδοποίηση.
Σήμερα, σε όλη την Ευρώπη, οι αγρότες βγαίνουν ξανά στους δρόμους. Όχι μόνο για να υπερασπιστούν το εισόδημά τους, αλλά και για να υπενθυμίσουν ότι χωρίς πρωτογενή παραγωγή δεν υπάρχει ούτε οικονομία, ούτε κοινωνική συνοχή, ούτε – τελικά – πολιτισμός. Οι αντιδράσεις των Ευρωπαίων αγροτών απέναντι στη συμφωνία ΕΕ–Mercosur δεν είναι μια ακόμη «συντεχνιακή» έκρηξη. Είναι σύμπτωμα ενός βαθύτερου ρήγματος: της απόστασης ανάμεσα στη γεωργία ως στρατηγικό πυλώνα και στη γεωργία ως διαπραγματεύσιμο μέγεθος στις εμπορικές συμφωνίες.
Για τους παραγωγούς, η Mercosur συμβολίζει τον φόβο ότι η ευρωπαϊκή γεωργία θα κληθεί να ανταγωνιστεί εισαγόμενα προϊόντα με χαμηλότερα κόστη, χαλαρότερα περιβαλλοντικά και εργασιακά πρότυπα και διαφορετικές συνθήκες παραγωγής. Για τις Βρυξέλλες, η ίδια συμφωνία παρουσιάζεται ως γεωπολιτικό και εμπορικό στοίχημα. Το χάσμα ανάμεσα στις δύο οπτικές είναι πλέον πολιτικό.
Η εικόνα των τρακτέρ στα ευρωπαϊκά κέντρα εξουσίας θυμίζει ότι η γεωργία δεν είναι απλώς ένας ακόμη κλάδος. Είναι η βάση πάνω στην οποία «ακολούθησαν όλες οι άλλες τέχνες», όπως έλεγε ο Γουέμπστερ. Στην Ελλάδα, οι αγροτικές κινητοποιήσεις έχουν τη δική τους ιδιαιτερότητα, αφού έρχονται στον απόηχο του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ορισμένα αιτήματα – όπως το να μην περάσουν οι έλεγχοι στην ΑΑΔΕ – πραγματικά ξενίζουν. Υπάρχει, παρόλα αυτά, και εδώ το αίσθημα ότι ο πρωτογενής τομέας αντιμετωπίζεται περισσότερο ως πρόβλημα προς διαχείριση και λιγότερο ως εθνικό κεφάλαιο προς ενίσχυση.
Η ειρωνεία της εποχής είναι προφανής: σε έναν κόσμο που μιλά διαρκώς για ανθεκτικότητα, επισιτιστική ασφάλεια και στρατηγική αυτονομία, οι άνθρωποι που εξασφαλίζουν το φαγητό θεωρούνται συχνά «εμπόδιο» στη μετάβαση. Οι αγρότες καλούνται να προσαρμοστούν στην πράσινη μετάβαση, στις κλιματικές πιέσεις, στις τεχνολογικές αλλαγές και στις διεθνείς αγορές – χωρίς, όμως, να έχουν πάντα το οικονομικό και θεσμικό δίχτυ ασφαλείας που απαιτείται. Το αποτέλεσμα είναι μια αίσθηση εγκατάλειψης, που μετατρέπεται εύκολα σε οργή.
Το μήνυμα του 1840 δεν ήταν ρομαντικό. Ήταν βαθιά ρεαλιστικό: χωρίς καλλιέργεια, δεν υπάρχει κοινωνία για να παράγει τέχνες, τεχνολογία, εμπόριο ή πολιτική. Σήμερα, το ερώτημα δεν είναι αν οι αγρότες είναι «ιδρυτές του πολιτισμού», αλλά αν οι σύγχρονες οικονομίες τους αντιμετωπίζουν ακόμη ως τέτοιους. Οι κινητοποιήσεις δείχνουν ότι η απάντηση δεν είναι αυτονόητη. Και ίσως γι’ αυτό η φράση του Ντάνιελ Γουέμπστερ επιστρέφει επίκαιρη: όχι ως ιστορικό απόφθεγμα, αλλά ως υπενθύμιση ότι όταν η γεωργία πιέζεται υπερβολικά, δεν διαμαρτύρονται απλώς οι αγρότες. Τρίζει ολόκληρο το οικοδόμημα που χτίστηκε πάνω στα χωράφια τους.