Οι αγορές έχουν συνηθίσει να αντιδρούν σε κρίσεις με έναν προβλέψιμο τρόπο: οι μετοχές πέφτουν και οι επενδυτές στρέφονται σε ασφαλή καταφύγια όπως ο χρυσός, τα κρατικά ομόλογα ή το ελβετικό φράγκο. Ωστόσο, την Τρίτη συνέβη κάτι εντελώς διαφορετικό. Με την κλιμάκωση του πολέμου ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν, το μοναδικό asset που λειτούργησε ως «καταφύγιο» ήταν το πετρέλαιο. Το πετρέλαιο σημείωσε άνοδο έως και 8% μέσα στην ημέρα, πριν περιορίσει μέρος των κερδών του. Την ίδια στιγμή, τα παραδοσιακά ασφαλή καταφύγια δεν προσέφεραν προστασία στους επενδυτές.

Ο δείκτης του δολαρίου ενισχύθηκε περίπου 1%, όμως νομίσματα που συνήθως θεωρούνται πιο ασφαλή σε περιόδους κρίσης υποχώρησαν: το ελβετικό φράγκο έχασε 0,5%, το ιαπωνικό γεν 0,3%, ενώ ο χρυσός κατέγραψε πτώση 4%. Ταυτόχρονα, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν σε όλο τον κόσμο, ακόμη και στην Ελβετία, κάτι που επίσης έρχεται σε αντίθεση με τη συνήθη συμπεριφορά των αγορών σε περιόδους αναταραχής.

Όπως εξηγεί σε ανάλυσή της η Wall Street Journal, αυτό που συνέβη δεν ήταν μια κλασική φυγή προς την ασφάλεια, αλλά μια μετατόπιση κεφαλαίων από τις αγορές που πλήττονται από την άνοδο του πετρελαίου προς εκείνες που ωφελούνται από αυτήν. Ο μεγαλύτερος οικονομικός «νικητής» από τη διαταραχή των ροών πετρελαίου στα Στενά του Ορμούζ είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς αποτελούν τον μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου στον κόσμο και καθαρό εξαγωγέα. Αυτό εξηγεί και την ενίσχυση του δολαρίου έναντι νομισμάτων χωρών που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας, όπως η Ευρώπη και η Ιαπωνία.

Παρότι ορισμένες οικονομίες επωφελούνται, η άνοδος των τιμών ενέργειας είναι γενικά αρνητική για τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Οι περισσότερες εισηγμένες εταιρείες είναι καταναλωτές ενέργειας και όχι παραγωγοί. Στον δείκτη S&P 500, για παράδειγμα, ο ενεργειακός κλάδος αντιστοιχεί μόλις στο 3,5% της συνολικής κεφαλαιοποίησης. Αντίθετα, οι υψηλότερες τιμές πετρελαίου μεταφράζονται σχεδόν άμεσα σε αυξημένο πληθωρισμό, μειώνοντας τις πιθανότητες για μειώσεις επιτοκίων και οδηγώντας σε άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων.

Ο χρυσός, που συνήθως ευνοείται σε περιόδους πληθωρισμού και γεωπολιτικής έντασης, δέχθηκε διπλό πλήγμα. Από τη μία πλευρά, η ενίσχυση του δολαρίου καθιστά τον χρυσό ακριβότερο για τους επενδυτές άλλων νομισμάτων. Από την άλλη, το πολύτιμο μέταλλο είχε ήδη σημειώσει άνοδο 21% πριν ξεσπάσει η κρίση στη Μέση Ανατολή, γεγονός που τον κατέστησε εύκολο στόχο για πωλήσεις από επενδυτές που επιδίωκαν να μειώσουν την έκθεσή τους σε ρίσκο και να περιορίσουν τον δανεισμό τους.

Η συγκεκριμένη εικόνα των αγορών είναι ιδιαίτερα ασυνήθιστη. Από το 1983 έως σήμερα, μόλις 16 φορές έχει καταγραφεί ταυτόχρονα άνοδος άνω του 7% στο Brent, πτώση στον χρυσό και αύξηση στις αποδόσεις των ομολόγων, σύμφωνα με τη WSJ. Μάλιστα, σε περισσότερες από τις μισές από αυτές τις περιπτώσεις οι μετοχές είχαν καταγράψει άνοδο, ενώ ο S&P 500 δεν είχε υποχωρήσει ποτέ κατά 2%, όπως συνέβη στο χαμηλό της Τρίτης.

Η συμπεριφορά των επενδυτών δείχνει ότι η αγορά έχει περάσει από την αδιαφορία για το πετρέλαιο σε απόλυτη εξάρτηση από αυτό. Όσο η έκβαση του πολέμου παραμένει αβέβαιη και το Ιράν διατηρεί τη δυνατότητα να διαταράξει τις ροές πετρελαίου, οι διακυμάνσεις του «μαύρου χρυσού» θα συνεχίσουν να καθορίζουν τους νικητές και τους χαμένους στις αγορές. Και, όπως δείχνει η εμπειρία των τελευταίων ημερών, το πετρέλαιο μπορεί πλέον να λειτουργεί όχι μόνο ως βασικό εμπόρευμα της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά και ως το σημαντικότερο «καταφύγιο» για τους επενδυτές.