Η πρώτη αντίδραση στις εξελίξεις ήταν πανικός. Οι τιμές του πετρελαίου εκτινάχθηκαν έως και 13% στις ασιατικές αγορές, καθώς οι επιθέσεις ΗΠΑ–Ισραήλ στο Ιράν και οι ιρανικές αντεκδικήσεις σε στόχους στον Κόλπο επανέφεραν στο προσκήνιο τον μεγαλύτερο φόβο της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς: μία μακρά διακοπή ροών από τα Στενά του Ορμούζ. Λίγες ώρες αργότερα, όμως, οι τόνοι έπεσαν. Οι τιμές υποχώρησαν από τα υψηλά ημέρας και η αγορά έδειξε ότι, τουλάχιστον για την ώρα, διατηρεί την ψυχραιμία της.

Στις πρώτες συναλλαγές της Δευτέρας στην Ασία, το Brent άγγιξε τα 82,37 δολάρια το βαρέλι – το υψηλότερο επίπεδο εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο. Στη συνέχεια, περιορίστηκε κοντά στα 76,2 δολάρια, με άνοδο περίπου 4%-5%. Αντίστοιχη ήταν η εικόνα και για το αμερικανικό αργό (WTI), το οποίο κινήθηκε πέριξ των 69-70 δολαρίων, καταγράφοντας άνοδο άνω του 4%. Η αντίδραση επεκτάθηκε και στις υπόλοιπες αγορές: τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για τους δείκτες S&P 500 και Nasdaq 100 έδειχναν περιορισμένες μόνο απώλειες της τάξης του 0,6% ενόψει της επαναλειτουργίας της Wall Street, ενώ ο χρυσός –παραδοσιακό «καταφύγιο» σε περιόδους κρίσης– ενισχύθηκε κατά 1,3%.

Στο επίκεντρο βρίσκονται ξανά τα Στενά του Ορμούζ – η στενή θαλάσσια δίοδος ανάμεσα στο Ομάν και το Ιράν από την οποία διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου και φυσικού αερίου, ή περί τα 13 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Οι αναφορές για επιθέσεις σε τουλάχιστον δύο πλοία κοντά στο πέρασμα και για προειδοποιήσεις ιρανικών δυνάμεων προς εμπορικά σκάφη να μην διέλθουν από τα Στενά, πυροδότησαν φόβους για διαταραχή των ροών. Αν και δεν υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση για κλείσιμο της διόδου, η ίδια η απειλή αρκεί για να ενσωματωθεί «ασφάλιστρο κινδύνου» στις τιμές.

Αναλυτές επισημαίνουν ότι μέχρι στιγμής δεν έχουν στοχοποιηθεί βασικές υποδομές παραγωγής ή εξαγωγών πετρελαίου. Αυτός είναι και ο λόγος που, παρά το αρχικό άλμα, οι τιμές δεν παρέμειναν στα υψηλά τους. «Η αγορά δεν πανικοβάλλεται», σημειώνουν στελέχη του κλάδου, επισημαίνοντας ότι υπάρχει μεγαλύτερη σαφήνεια πως –έως τώρα– οι ενεργειακές υποδομές δεν αποτελούν πρωτεύοντα στόχο.

Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι η διάρκεια και η ένταση της σύγκρουσης. Αν οι εχθροπραξίες παραταθούν και υπάρξει συστηματική διατάραξη των εξαγωγών από τον Περσικό Κόλπο, οι εκτιμήσεις αλλάζουν δραματικά. Σύμφωνα με αναλυτές, η αγορά τιμολογεί ήδη ένα φάσμα κινδύνων: απώλεια έως 2 εκατ. βαρελιών ημερησίως από ιρανικές εξαγωγές, επιθέσεις σε περιφερειακές ενεργειακές υποδομές, ή, στο ακραίο σενάριο, πλήρες κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Σε περίπτωση παρατεταμένης διακοπής, το Brent θα μπορούσε να κινηθεί σε τριψήφια επίπεδα, ξεπερνώντας τα 100 δολάρια το βαρέλι. Ορισμένοι προειδοποιούν μάλιστα ότι ένα πλήρες μπλοκάρισμα της διόδου θα μπορούσε να προκαλέσει σοκ μεγαλύτερο από εκείνο της πετρελαϊκής κρίσης της δεκαετίας του 1970, με συνέπειες και στις τιμές του υγροποιημένου φυσικού αερίου. Προς το παρόν, πάντως, το βασικό σενάριο παραμένει αυτό της «νευρικής ανόδου» και όχι μιας ανεξέλεγκτης εκτίναξης.

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι οι επιχειρήσεις θα συνεχιστούν «μέχρι να επιτευχθούν όλοι οι στόχοι», ενώ έχουν ήδη αναφερθεί απώλειες Αμερικανών στρατιωτών, με τον ίδιο να προειδοποιεί για πιθανές νέες. Η ρητορική αυτή ενισχύει την αβεβαιότητα και διατηρεί το γεωπολιτικό ρίσκο σε υψηλά επίπεδα. Για τις αγορές, όμως, το καθοριστικό στοιχείο δεν είναι η ένταση των δηλώσεων, αλλά το αν θα πληγούν κρίσιμες ενεργειακές εγκαταστάσεις ή θα διακοπούν ουσιαστικά οι θαλάσσιες ροές.

Η σημερινή εικόνα αποτυπώνει μια αγορά που αντιδρά άμεσα στον κίνδυνο, αλλά δεν έχει ακόμη περάσει σε καθεστώς πανικού. Το «ασφάλιστρο πολέμου» προστέθηκε στις τιμές, όμως η μερική αποκλιμάκωση δείχνει ότι οι επενδυτές περιμένουν περισσότερα δεδομένα. Το επόμενο διάστημα θα κρίνει αν το άλμα της Δευτέρας ήταν μια έντονη, αλλά παροδική αντίδραση – ή η αρχή ενός νέου κύκλου ενεργειακής αναταραχής με παγκόσμιες επιπτώσεις.