Το πετρέλαιο συνεχίζει να κινείται πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι στις διεθνείς αγορές, διατηρώντας το μεγαλύτερο μέρος των κερδών που κατέγραψε μετά τον βομβαρδισμό από τις ΗΠΑ του νησιού Χαργκ, που είναι βασικός εξαγωγικός κόμβος πετρελαίου του Ιράν. Παρά τη δέσμευση μεγάλων οικονομιών να διοχετεύσουν στην αγορά τεράστιες ποσότητες στρατηγικών αποθεμάτων, οι τιμές παραμένουν αισθητά υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου.

Στις πρώτες συναλλαγές της Δευτέρας στην Ασία, οι τιμές κινούνται με νευρικότητα αλλά παραμένουν κοντά στο ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων. Το αμερικανικό αργό (WTI) υποχωρούσε ελαφρά κατά 0,6% στα 98,14 δολάρια το βαρέλι σε σχέση με το βράδυ της Κυριακής, ενώ το Brent διαμορφωνόταν στα 103,17 δολάρια, σχεδόν αμετάβλητο. Παρά τις μικρές διορθώσεις, η αγορά εξακολουθεί να κινείται σε σαφώς υψηλότερα επίπεδα από εκείνα που επικρατούσαν πριν από την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.

Η ανθεκτικότητα των τιμών καταγράφεται ακόμη και μετά την απόφαση μεγάλων οικονομιών, στο πλαίσιο του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), να διοχετεύσουν στην αγορά 400 εκατομμύρια βαρέλια από στρατηγικά αποθέματα. Αυτή η κίνηση αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες συντονισμένες παρεμβάσεις στην ιστορία της αγοράς πετρελαίου και στοχεύει να περιορίσει τις πιέσεις στις τιμές που προκάλεσε η διαταραχή στις ροές από τον Περσικό Κόλπο.

Ωστόσο, η αβεβαιότητα γύρω από την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικός παράγοντας στήριξης των τιμών. Έντονη ανησυχία προκαλεί και το ενδεχόμενο να αποφασίσει ο πρόεδρος Τραμπ ένα πλήγμα και στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις του Χαργκ, καθώς οι πρώτοι βομβαρδισμοί στόχευσαν μόνο στρατιωτικές εγκαταστάσεις.

Την ίδια ώρα, τα μεγάλα χρηματιστήρια της Ασίας κατέγραφαν συγκρατημένα κέρδη στις πρώτες συναλλαγές της εβδομάδας. Ο δείκτης Kospi της Νότιας Κορέας ενισχυόταν περίπου κατά 1%, ενώ ο Nikkei 225 της Ιαπωνίας κατέγραφε άνοδο περίπου 0,2%. Και οι δύο αγορές είχαν υποστεί σημαντικές απώλειες από την έναρξη του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, γεγονός που εξηγεί και τη διστακτική αντίδραση των επενδυτών, οι οποίοι εξακολουθούν να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τις επιπτώσεις τους στις ενεργειακές αγορές και την παγκόσμια οικονομία.