Το Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) ζητά παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος, εστιάζοντας στη μείωση του κόστους ανατροφής ενός παιδιού, στην εναρμόνιση της οικογενειακής με την επαγγελματική ζωή και στην άμβλυνση του σοβαρού στεγαστικού προβλήματος. Οι ερευνητές του ΙΔΕΜ επισημαίνουν ότι οι υπάρχουσες πολιτικές, οι οποίες βασίζονται σε επιδόματα και αποσπασματικές δράσεις, δεν επιτυγχάνουν τον στόχο της αύξησης της γονιμότητας των νεότερων γενεών.
Τα στοιχεία δείχνουν σημαντική μείωση των γεννήσεων, με τις γεννήσεις να έχουν μειωθεί από 117 χιλ. το 2007-2008 σε λιγότερες από 65,5 χιλ. το 2025, ενώ ο δείκτης γονιμότητας ανέρχεται σε 1,45 παιδιά. Αυτή η αρνητική τάση αναμένεται να συνεχιστεί. Ωστόσο, αν υπάρξει στήριξη των νέων ηλικιών, κυρίως των γυναικών 25 έως 44 ετών, από τις οποίες προέρχεται το 90% των γεννήσεων, είναι εφικτός ο περιορισμός του προβλήματος.
Ο Βύρωνας Κοτζαμάνης, Καθηγητής Δημογραφίας και ιδρυτικό μέλος του ΙΔΕΜ, αναφέρει ότι για να διατηρηθεί ο αριθμός γεννήσεων και θανάτων το 2024, ο δείκτης γονιμότητας θα έπρεπε να υπερβαίνει τα 2,3 παιδιά, κάτι που δεν παρατηρείται σε καμία ανεπτυγμένη χώρα. Για το 2060, αν δεν υπάρξει θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο, ο δείκτης θα πρέπει να φτάσει τα 3 παιδιά ανά γυναίκα, κάτι που θεωρείται αδύνατο.
Το θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο είναι μία από τις προτάσεις του ΙΔΕΜ, ενώ οι άλλες αφορούν παρεμβάσεις στην αναπτυξιακή και οικονομική πολιτική της χώρας. Αυτές περιλαμβάνουν:
- Μείωση του υψηλού κόστους που σχετίζεται με τη γέννηση και την ανατροφή ενός παιδιού, κυρίως στους τομείς της εκπαίδευσης και της υγείας.
- Εναρμόνιση της οικογενειακής με την επαγγελματική ζωή.
- Άμβλυνση των έμφυλων διακρίσεων στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.
- Άμβλυνση του στεγαστικού προβλήματος μέσω προγράμματος δημιουργίας ενεργειακά αποδοτικών κατοικιών με χαμηλό ενοίκιο.
- Στήριξη των νέων κατά την είσοδό τους στην ενήλικη ζωή και αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματός τους.
- Προστασία από κινδύνους μέσω στοχευμένης κοινωνικής πολιτικής.
- Άρση του κλίματος αβεβαιότητας και έλλειψης εμπιστοσύνης στο μέλλον.
Ο κ. Κοτζαμάνης τονίζει ότι η αβεβαιότητα επηρεάζει τις αποφάσεις για μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις, όπως η δημιουργία οικογένειας. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης απαιτεί συλλογική προσπάθεια και προϋποθέτει δίκαιους θεσμούς, διαφάνεια και ένα λιγότερο άνισο κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο.
Τα στοιχεία του ΙΔΕΜ δείχνουν ότι ο πληθυσμός γυναικών ηλικίας 25-44 ετών έχει μειωθεί κατά 27% από το 2007 έως το 2025, λόγω της κατάρρευσης των γεννήσεων μετά το 1980 και της μαζικής φυγής στο εξωτερικό από το 2010 και μετά. Οι επόμενες γενιές αποκτούν λιγότερα παιδιά σε μεγαλύτερη ηλικία, με τον μέσο όρο ηλικίας γονεϊκότητας να έχει αυξηθεί από τα 26 στα 31,5 έτη. Επίσης, το ποσοστό των γυναικών που γέννησαν πριν τα 25 χρόνια έχει μειωθεί από 28% το 1960 σε 10,4% σήμερα.
Αντίθετα, το ποσοστό των γυναικών που γέννησαν άνω των 40 ετών έχει αυξηθεί από 3,8% το 1960 σε 10,7% το 2023. Επίσης, το ποσοστό των ζευγαριών που δεν αποκτούν παιδιά έχει αυξηθεί από 13-14% στις γενιές του 1960 σε 24% για τις γενιές γύρω από το 1985. Τέλος, μειώνεται το πλήθος των γυναικών που επιλέγουν να αποκτήσουν τρία παιδιά και άνω, με το ποσοστό να έχει υποχωρήσει από 300 στις 1.000 για τις γεννήσεις μεταξύ 1955-1960 σε 130 στις 1.000 για τις γεννήσεις γύρω από το 1985.