Ακόμη και αν τα Στενά του Ορμούζ ανοίξουν αύριο, η παγκόσμια αγορά πετρελαίου δεν πρόκειται να επιστρέψει σύντομα στην κανονικότητα. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πότε θα αποκατασταθεί η διέλευση, αλλά πόσο χρόνο θα χρειαστεί για να ξαναστηθεί το ενεργειακό σύστημα που έχει ήδη υποστεί βαθιές ζημιές από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Οι απαντήσεις που δίνουν οι αναλυτές δεν είναι καθόλου καθησυχαστικές.
Από τις 28 Φεβρουαρίου, όταν ξεκίνησαν οι επιθέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν, τα Στενά του Ορμούζ — η πιο κρίσιμη αρτηρία της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου — έχουν ουσιαστικά «στεγνώσει». Από ένα πέρασμα που διακινούσε περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, οι ροές έχουν περιοριστεί σε ελάχιστα επίπεδα. Η International Energy Agency αναφέρει τη μεγαλύτερη διαταραχή προσφοράς στην ιστορία της αγοράς πετρελαίου, με τις επιπτώσεις να διαχέονται ήδη σε όλο τον κόσμο. Χώρες του Κόλπου αναγκάστηκαν να περιορίσουν την παραγωγή τους κατά τουλάχιστον 10 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, καθώς δεν μπορούν να εξάγουν.
Οι απώλειες είναι ήδη τεράστιες και συνεχώς αυξάνονται. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, ο κόσμος έχει ήδη χάσει πάνω από 250 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου από την έναρξη της κρίσης. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό, αλλά και δομικό. Η επαναφορά της παραγωγής και των ροών δεν είναι μια απλή διαδικασία που μπορεί να γίνει μέσα σε λίγες ημέρες. Στελέχη της αγοράς προειδοποιούν ότι η «επανεκκίνηση της ενεργειακής καρδιάς» της περιοχής θα είναι μια διαδικασία ετών και όχι εβδομάδων.
Ακόμη και σε ένα σενάριο πλήρους επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ, η επιστροφή στην κανονικότητα θα είναι σύνθετη και αργή. Η αναλύτρια της Sparta Commodities, June Goh, τονίζει ότι η διαδικασία θα είναι «χαοτική», καθώς θα πρέπει να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στην ασφάλεια της διέλευσης. Προϋπόθεση για ουσιαστική αποκλιμάκωση είναι ένα «άνευ όρων» άνοιγμα των Στενών — κάτι που προς το παρόν δεν διαφαίνεται. Ακόμη κι έτσι, θα χρειαστεί χρόνος για να επιστρέψουν οι ναυτιλιακές εταιρείες και οι ασφαλιστές στην περιοχή.
Οι εκτιμήσεις για την ομαλοποίηση της αγοράς πετρελαίου κάνουν λόγο για τουλάχιστον τρεις έως έξι μήνες, ακόμη και στο αισιόδοξο σενάριο. Ωστόσο, η πλήρης αποκατάσταση των ζημιών είναι μια πολύ πιο μακροχρόνια υπόθεση. Διυλιστήρια που έχουν πληγεί ενδέχεται να χρειαστούν έναν χρόνο για να επανέλθουν σε λειτουργία, ενώ οι εγκαταστάσεις LNG, ειδικά στο Κατάρ, μπορεί να χρειαστούν τρία έως τέσσερα χρόνια για πλήρη αποκατάσταση. Επιπλέον, ζημιές σε αγωγούς, τερματικούς σταθμούς και υποδομές αποθήκευσης ενδέχεται να επιμηκύνουν ακόμη περισσότερο τον χρόνο ανάκαμψης.
Η επαναλειτουργία των Στενών δεν είναι μόνο τεχνικό ζήτημα, αλλά και πολιτικό. Οι ΗΠΑ δύσκολα θα αποσυρθούν πλήρως από την περιοχή, ενώ το Ιράν φαίνεται να εξετάζει το ενδεχόμενο να διατηρήσει έλεγχο στη διέλευση, ακόμη και μέσω επιβολής τελών στα δεξαμενόπλοια. Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να μετατρέψει το Ορμούζ από διεθνή θαλάσσια οδό σε εργαλείο οικονομικής πίεσης, διατηρώντας υψηλό το γεωπολιτικό ρίσκο και ενσωματώνοντάς το μόνιμα στις τιμές πετρελαίου.
Το ενεργειακό σοκ έχει ήδη αρχίσει να μεταφέρεται στην καθημερινότητα. Οι τιμές καυσίμων αυξάνονται, οι αεροπορικές εταιρείες περιορίζουν πτήσεις και ανεβάζουν ναύλους, ενώ χώρες σε όλο τον κόσμο λαμβάνουν μέτρα εξοικονόμησης. Από την Ασία έως την Ευρώπη, κυβερνήσεις ενεργοποιούν σχέδια έκτακτης ανάγκης, με περιορισμούς στην κατανάλωση, τηλεργασία και μέτρα στήριξης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, όταν και αν συμβεί, δεν θα σημάνει το τέλος της κρίσης. Θα είναι απλώς η αρχή μιας μακράς και δύσκολης διαδικασίας επιστροφής στην ισορροπία. Η αγορά πετρελαίου έχει ήδη περάσει σε μια νέα φάση, όπου η γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι ζημιές στις υποδομές και η απώλεια εμπιστοσύνης διαμορφώνουν ένα περιβάλλον υψηλού κινδύνου. Και σε αυτό το περιβάλλον, το ερώτημα δεν είναι αν η κρίση θα τελειώσει σύντομα — αλλά πόσο θα κρατήσει και πόσο θα κοστίσει.