Πίσω από τα γκρίζα κτίρια στους δρόμους του Σιντσού βρίσκεται ένα από τα πιο σημαντικά τεχνολογικά έργα στον κόσμο. Στο εσωτερικό του υπάρχουν προηγμένα μηχανήματα, με μόνο λίγους να έχουν πρόσβαση σε αυτές τις ευαίσθητες εγκαταστάσεις. Ο λόγος για τη «Silicon Valley» της Ταϊβάν και τις εγκαταστάσεις που παράγουν την πλειονότητα των ημιαγωγών που διατίθενται παγκοσμίως.

Όλες οι χώρες βασίζονται σε αυτά τα μικρά τσιπ που είναι απαραίτητα σε σχεδόν όλες τις ηλεκτρονικές συσκευές που χρησιμοποιούνται σήμερα, από καφετιέρες μέχρι μαχητικά αεροσκάφη. Ακόμα και η Κίνα, που θεωρεί την Ταϊβάν μέρος της επικράτειάς της και έχει δεσμευτεί να την προσαρτήσει, χρησιμοποιώντας και στρατιωτική δύναμη εάν χρειαστεί, εισάγει σχεδόν το ήμισυ των ημιαγωγών της από την Ταϊβάν.

Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι μια εισβολή στην Ταϊβάν θα κόστιζε στην παγκόσμια οικονομία 10 τρισ. δολάρια, πολύ περισσότερο από το κόστος της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία ή της πανδημίας του κορωνοϊού. Οι αναλυτές υποστηρίζουν ότι αυτό το γεγονός θα λειτουργούσε ως βασικός αποτρεπτικός παράγοντας για την Κίνα, καθώς το Πεκίνο γνωρίζει ότι εάν εισβάλει, η κινεζική οικονομία θα υποστεί άμεσο πλήγμα από τις επιπτώσεις.

Γνωστή ως «ασπίδα πυριτίου», η θεωρία υποστηρίζει ότι η βιομηχανία ημιαγωγών της Ταϊβάν προσφέρει ένα de facto πέπλο ασφαλείας, το οποίο θα εμποδίσει την Κίνα να εισβάλει στην νησιωτική περιοχή. Αυτό οφείλεται τόσο στην εξάρτηση του Πεκίνου από τα τσιπ όσο και στην πιθανή αντίδραση των ΗΠΑ, οι οποίες θα μπορούσαν να υπερασπιστούν την Ταϊβάν. Τη θεωρία αυτή διέδωσε το 2021 η πρώην πρόεδρος της Ταϊβάν, Τσάι Ινγκ-γουέν, υποστηρίζοντας ότι η ασπίδα πυριτίου «επιτρέπει στην Ταϊβάν να προστατεύσει τον εαυτό της και τους άλλους από επιθετικές προσπάθειες αυταρχικών καθεστώτων να διαταράξουν τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού».

Ωστόσο, κορυφαίες εταιρείες της Ταϊβάν στον κλάδο των ημιαγωγών μεταφέρουν μονάδες παραγωγής στο εξωτερικό, σε χώρες όπως η Κίνα και οι ΗΠΑ. Ορισμένοι ειδικοί προειδοποιούν ότι αυτό αποδυναμώνει το πολύτιμο οικονομικό όπλο της Ταϊπέι, καθιστώντας πιο πιθανό το Πεκίνο να επιτεθεί στην Ταϊβάν.

Η Ταϊβάν παράγει περίπου το 60 έως 70% όλων των ημιαγωγών στον κόσμο και περισσότερο από το 95% των προηγμένων τσιπ. Ο κλάδος έχει γίνει συνώνυμος με την Taiwan’s Semiconductor Manufacturing Company (TSMC), η οποία ιδρύθηκε το 1987 και πλέον αντιπροσωπεύει πάνω από το 60% του παγκόσμιου μεριδίου αγοράς και το 9% του ΑΕΠ της Ταϊβάν. Είναι η πιο σημαντική εταιρεία για την οικονομία της χώρας και, από πολλές απόψεις, για την εθνική της ασφάλεια.

Ενώ το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της TSMC εδρεύει στην Ταϊβάν, η εταιρεία σταδιακά ανοίγει εργοστάσια κατασκευής σε χώρες όπως η Κίνα, οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία. Υπάρχει επίσης ένα υπό κατασκευή εργοστάσιο στη Γερμανία, το οποίο πρόκειται να ξεκινήσει τη λειτουργία του μέχρι το τέλος του 2027. Η TSMC ανακοίνωσε τον Μάρτιο ότι σχεδιάζει να επενδύσει επιπλέον 100 δισ. δολάρια για την ανάπτυξη των παραγωγικών της δραστηριοτήτων στις ΗΠΑ.

Ορισμένοι ειδικοί πιστεύουν ότι η TSMC και άλλες εταιρείες που εμπλέκονται στην αλυσίδα εφοδιασμού μεταφέρουν την παραγωγή εκτός Ταϊβάν σε απάντηση στην αυξανόμενη απειλή από την Κίνα. Η όλο και πιο εχθρική ρητορική του Πεκίνου απέναντι στην Ταϊβάν και η συνήθης επίδειξη βίας προς το νησί έχουν τρομάξει τις ξένες κυβερνήσεις και τους πελάτες ημιαγωγών.

Η πανδημία λειτούργησε ως αφύπνιση για πολλές εταιρείες που ήταν εξαρτημένες από την Ταϊβάν για την πρόσβαση σε τσιπ. Ο Covid-19 προσέφερε μια εικόνα για το τι θα μπορούσε να συμβεί εάν η Κίνα εξαπολύσει επίθεση κατά της Ταϊβάν, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε οριστική διακοπή της προμήθειας τσιπ. «Γενικά, η ιδέα της εξάρτησης από έναν προμηθευτή που βρίσκεται σε μία τοποθεσία αποτελεί μεγάλο πρόβλημα για το επιχειρηματικό σας μοντέλο σε αυτόν τον νέο κόσμο», λέει χαρακτηριστικά ο Kharis Templeman, ερευνητής για την Ταϊβάν στο αμερικανικό Ινστιτούτο Hoover.

Η πίεση από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, και συγκεκριμένα από την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, έχει επίσης συμβάλει στη μεταφορά της παραγωγής εκτός Ταϊβάν. Αυτό σημαίνει ότι η Ταϊβάν θα μπορούσε να χάσει ένα «τείχος» από την αποτρεπτική της δύναμη, καθώς η παραγωγή των ημιαγωγών θα μπορούσε να μην είναι πλέον τόσο κρίσιμη για την αμερικανική στρατηγική. Εάν οι ΗΠΑ κατασκευάζουν τα δικά τους τσιπ, αντί να βασίζονται στα τσιπ της Ταϊπέι, αυτό καθιστά λιγότερο πιθανό το να υπερασπιστούν την Ταϊβάν σε περίπτωση πολέμου.

Η TSMC έχει προσπαθήσει να προστατευθεί, διασφαλίζοντας ότι μόνο τα παλιά τσιπ της θα κατασκευάζονται στο εξωτερικό, ενώ η παραγωγή των προηγμένων τσιπ παραμένει στην Ταϊβάν.