Η εκτίναξη των τιμών ενέργειας λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή αλλάζει δραματικά τις προσδοκίες των αγορών για τη νομισματική πολιτική στην Ευρώπη. Οι επενδυτές αυξάνουν τα στοιχήματα ότι τόσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσο και η Τράπεζα της Αγγλίας ενδέχεται να αναγκαστούν να αυξήσουν ξανά τα επιτόκια, καθώς ο κίνδυνος νέου κύματος πληθωρισμού επιστρέφει. Σύμφωνα με τα παράγωγα επιτοκίων, οι αγορές τιμολογούν πιθανότητα περίπου 70% για δύο αυξήσεις επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης από την ΕΚΤ μέσα στο 2026, με την πρώτη κίνηση να θεωρείται πλήρως πιθανή έως τον Ιούλιο.
Ταυτόχρονα, στις αγορές χρήματος έχει εμφανιστεί περίπου 50% πιθανότητα αύξησης επιτοκίων από την Τράπεζα της Αγγλίας έως το τέλος του έτους, ανατρέποντας τις προηγούμενες προσδοκίες για μειώσεις. Η αλλαγή αυτή στις αγορές οφείλεται στο νέο ενεργειακό σοκ, καθώς οι τιμές του πετρελαίου έχουν εκτιναχθεί πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ οι τιμές φυσικού αερίου στην Ευρώπη αυξήθηκαν έως και 30% μέσα σε μία ημέρα. Αυτή η άνοδος τροφοδοτεί φόβους ότι ο πληθωρισμός μπορεί να αναζωπυρωθεί, σε μια περίοδο όπου οι κεντρικές τράπεζες προσπαθούσαν να περάσουν σε φάση χαλάρωσης της πολιτικής τους.
Ένας δείκτης των προσδοκιών για τον πληθωρισμό στην Ευρώπη κινείται προς το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2024, ενώ παρόμοια εικόνα εμφανίζεται και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η μεταστροφή των προσδοκιών έχει ήδη οδηγήσει σε έντονες κινήσεις στις αγορές ομολόγων. Οι γερμανικοί τίτλοι, που θεωρούνται το ασφαλέστερο καταφύγιο της Ευρωζώνης, υποχώρησαν σημαντικά, με τις αποδόσεις των διετών ομολόγων να αυξάνονται έως το 2,47%. Αντίστοιχα στο Ηνωμένο Βασίλειο, η απόδοση του διετούς ομολόγου εκτινάχθηκε έως το 4,17%, σημειώνοντας άνοδο περίπου 30 μονάδων βάσης μέσα σε μία ημέρα. Στην Ιταλία, η πίεση στα ομόλογα υψηλότερου κινδύνου οδήγησε σε διεύρυνση της διαφοράς απόδοσης έναντι των γερμανικών τίτλων.
Το ενεργειακό σοκ φέρνει τις κεντρικές τράπεζες αντιμέτωπες με ένα δύσκολο δίλημμα. Από τη μία πλευρά, η αύξηση των τιμών ενέργειας απειλεί να ενισχύσει τον πληθωρισμό και να αποσταθεροποιήσει τις προσδοκίες των καταναλωτών. Από την άλλη, μια αυστηρότερη νομισματική πολιτική θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω την οικονομική ανάπτυξη. Όπως σημειώνουν αναλυτές, η χαλάρωση της πολιτικής σε ένα τέτοιο περιβάλλον θα μπορούσε να πλήξει την αξιοπιστία των κεντρικών τραπεζών, ενώ η σύσφιξη θα αύξανε τον κίνδυνο επιβράδυνσης της οικονομίας. Η εμπειρία του 2022, όταν η ενεργειακή κρίση μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία οδήγησε σε απότομη αύξηση επιτοκίων, παραμένει νωπή στις αγορές. Αυτό εξηγεί γιατί το νέο ενεργειακό σοκ επαναφέρει ένα σενάριο που μέχρι πριν λίγες ημέρες φαινόταν να έχει αποκλειστεί: την επιστροφή των αυξήσεων επιτοκίων στην Ευρώπη.
Μείνετε συντονισμένοι για όλες τις εξελίξεις στο liveblog της Ναυτεμπορικής.