Η Τουρκία προγραμματίζει την αυστηροποίηση των κανόνων πτώχευσης, καθώς παρατηρείται αύξηση των σχετικών αιτήσεων. Οι τουρκικές αρχές επιδιώκουν να περιορίσουν την πρόσβαση των εταιρειών στα μέτρα προστασίας από την πτώχευση, θεωρώντας ότι υπάρχει κατάχρηση αυτού του βασικού εργαλείου αναδιάρθρωσης χρεών.

Σύμφωνα με το Bloomberg, που επικαλείται προσχέδια προτάσεων, στόχος είναι η αναμόρφωση του συστήματος συμφωνίας της χώρας. Αυτή η διαδικασία, που εποπτεύεται από το δικαστήριο, επιτρέπει στις εταιρείες που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες να αναβάλλουν πληρωμές και να αναδιαρθρώνουν τις υποχρεώσεις τους έναντι των πιστωτών, αντί να κηρύσσουν πτώχευση. Με βάση τα προσχέδια, μια εταιρεία της οποίας η αίτηση έχει απορριφθεί δεν θα μπορεί να υποβάλει εκ νέου αίτηση, εκτός εάν υπάρξουν συγκεκριμένες αλλαγές στην οικονομική της κατάσταση.

Η τουρκική κυβέρνηση σχεδιάζει επίσης να μειώσει την προσωρινή περίοδο για την υποβολή εγγράφων από τις εταιρείες, από πέντε μήνες σε τέσσερις. Ο αρμόδιος επιθεωρητής θα πρέπει να ολοκληρώσει την προκαταρκτική έκθεση σχετικά με την κατάσταση της εταιρείας εντός τριών εβδομάδων.

Η προσπάθεια αυτή έρχεται μετά από δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών, Μεχμέτ Σιμσέκ, ο οποίος ανέφερε ότι το υπουργείο του έχει λάβει καταγγελίες για καταχρήσεις του μηχανισμού από ορισμένες εταιρείες, με την τουρκική κυβέρνηση να εξετάζει την κατάσταση. Οι προτάσεις δεν έχουν ακόμη υποβληθεί στο τουρκικό κοινοβούλιο και ενδέχεται να αναθεωρηθούν ή να αποσυρθούν κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας.

Επιπλέον, η Αρχή Δημόσιας Εποπτείας του υπουργείου Οικονομικών διερευνά τις ελεγκτικές εταιρείες που εμπλέκονται στην κατάρτιση των σχετικών συμφωνιών και έχει ήδη ανακαλέσει τις άδειες για δέκα από αυτές, σύμφωνα με το τουρκικό υπουργείο.

Αξιοσημείωτο είναι ότι οι αιτήσεις για προστασία από πτώχευση έχουν αυξηθεί ραγδαία στην Τουρκία μετά την νομισματική κρίση του 2018. Τα τελευταία δύο χρόνια, οι αιτήσεις έχουν καταγράψει εκ νέου αύξηση, με πάνω από 2.000 εταιρείες να υποβάλλουν αίτηση το 2025, αριθμός σχεδόν διπλάσιος από τον αντίστοιχο του 2024 και τέσσερις φορές μεγαλύτερος από το 2023.