Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, οι συστημικοί κίνδυνοι παρέμειναν αμετάβλητοι στο δεύτερο τρίμηνο του 2026. Η αξιολόγηση των κυκλικών συστημικών κινδύνων στην Ελλάδα δείχνει ότι αυτοί παραμένουν περιορισμένοι και το περιβάλλον κινδύνου είναι ουδέτερο.

Η τριμηνιαία αξιολόγηση εξετάζει την ένταση των κυκλικών συστημικών κινδύνων και την καταλληλότητα του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας. Λαμβάνει υπόψη τη διαφορά των πιστώσεων προς το ΑΕΠ, τον οδηγό αποθέματος ασφαλείας και πρόσθετους δείκτες για τη συσσώρευση των κινδύνων. Ο οδηγός αποθέματος ασφαλείας είναι «μηδέν», καθώς η διαφορά των πιστώσεων προς το ΑΕΠ παραμένει αρνητική από το γ΄ τρίμηνο του 2012, φτάνοντας στο -21,0 ποσοστιαίες μονάδες το γ΄ τρίμηνο του 2025.

Η Τράπεζα της Ελλάδος αναλύει επίσης πρόσθετους δείκτες που σχετίζονται με τις πιστωτικές εξελίξεις, τη δανειακή επιβάρυνση του ιδιωτικού τομέα, τα ακίνητα, τις εξωτερικές ανισορροπίες, τον τραπεζικό τομέα και τις αγορές κεφαλαίων. Αν και παρατηρείται αρχή συσσώρευσης κινδύνων σε τομείς όπως η χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων και οι τιμές των οικιστικών ακινήτων, συνολικά επιβεβαιώνεται η απουσία υπέρμετρης πιστωτικής επέκτασης.

Συμπερασματικά, οι κυκλικοί συστημικοί κίνδυνοι στην Ελλάδα για το β΄ τρίμηνο του 2026 παραμένουν περιορισμένοι και το περιβάλλον κινδύνου είναι ουδέτερο. Για το λόγο αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος δεν κρίνει αναγκαία τη μεταβολή του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας, το οποίο παραμένει στο 0,5%. Το ποσοστό αυτό είναι το επιδιωκόμενο σε ουδέτερο περιβάλλον κινδύνου.

Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει υιοθετήσει το θετικό αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας, το οποίο ενεργοποιείται σε πρώιμο στάδιο του οικονομικού κύκλου, όταν οι κυκλικοί συστημικοί κίνδυνοι είναι σε ουδέτερη κατάσταση. Για την περίοδο από 1.10.2025 έως 30.09.2026, το ποσοστό αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας που τηρούν τα πιστωτικά ιδρύματα είναι 0,25%.