Οι αμερικανικές αγορές στη Wall Street κατέγραψαν τη δεύτερη συνεχόμενη πτωτική συνεδρίαση, απομακρυνόμενες περαιτέρω από τα ιστορικά υψηλά. Οι επενδυτές αξιολόγησαν έναν νέο κύκλο εταιρικών αποτελεσμάτων, τις πιέσεις στον τεχνολογικό τομέα και μια σειρά γεωπολιτικών και νομισματικών παραγόντων που επιβάρυναν το κλίμα. Την ίδια στιγμή, οι αγορές αφομοίωσαν νέο κύκλο μακροοικονομικών στοιχείων μετά τη δημοσίευση των στοιχείων πληθωρισμού Δεκεμβρίου, ενώ ενδιαφέρον έδειξαν και για τα στοιχεία της μπέζ βίβλου της Fed που δείχνουν μικρή ανάκαμψη της οικονομίας.

Στη συνεδρίαση της Τετάρτης, ο Dow Jones υποχώρησε κατά 0,09% στις 49.129 μονάδες, αν και για αρκετή ώρα είχε χάσει ακόμα και τις 49.000. Ο S&P 500 κατέγραψε απώλειες 0,53% στις 6.926 μονάδες, ενώ ο Nasdaq σημείωσε μεγαλύτερη πτώση κατά 1% στις 23.471 μονάδες, δεχόμενος το μεγαλύτερο βάρος από την πτώση των μετοχών τεχνολογίας, φτάνοντας ενδοσυνεδριακά να χάνει κοντά στο 2%. Στα ομόλογα, η απόδοση του 10ετούς υποχώρησε κατά περισσότερες από 3 μονάδες βάσης, στο 4,14%, ενώ η απόδοση του 2ετούς μειώθηκε κατά πάνω από 1 μονάδα βάσης, στο 3,514%. Η απόδοση του 30ετούς σημείωσε πτώση άνω των 3 μονάδων βάσης, διαμορφούμενη στο 4,796%, καθώς οι επενδυτές αναπροσαρμόζουν τις προσδοκίες τους για τη μελλοντική πορεία της νομισματικής πολιτικής.

Οι τίτλοι των ημιαγωγών βρέθηκαν στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων, με τις Broadcom, Nvidia και Micron Technology να καταγράφουν απώλειες περίπου 5%, 2% και 1% αντίστοιχα. Την πίεση ενίσχυσε δημοσίευμα σύμφωνα με το οποίο οι κινεζικές τελωνειακές αρχές φέρονται να έχουν ενημερώσει ότι τα chips H200 της Nvidia δεν επιτρέπεται να εισέρχονται στη χώρα. Αρνητική ήταν και η εικόνα στον τραπεζικό κλάδο, παρά τα θετικά οικονομικά αποτελέσματα. Η Wells Fargo κατέγραψε πτώση άνω του 5%, καθώς τα έσοδα του δ’ τριμήνου υπολείφθηκαν των προσδοκιών. Οι Bank of America και Citigroup κινήθηκαν επίσης χαμηλότερα, παρότι ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις της αγοράς, με τους επενδυτές να κρίνουν ότι τα μεγέθη τους δεν επαρκούν για να στηρίξουν μια αγορά που διαπραγματεύεται κοντά σε ιστορικά υψηλά.

Οι απώλειες επιδεινώθηκαν μετά τις παρεμβάσεις του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ για μεταρρύθμιση των επιτοκίων πιστωτικών καρτών, με την Bank of America να υποχωρεί περίπου 7% σε εβδομαδιαία βάση και τις Citigroup και Wells Fargo κοντά στο -8%. Η επιφυλακτικότητα επικράτησε παρά τα θετικά στοιχεία για τον πληθωρισμό παραγωγού και τις λιανικές πωλήσεις του Νοεμβρίου. Όπως σχολίασε ο Τομ Γκραφ της Facet, η εικόνα του PPI ενδέχεται να μεταφραστεί σε «θερμότερο» πυρήνα PCE, εξέλιξη που περιπλέκει τη στάση της Federal Reserve και εντείνει τις ανησυχίες για την ανεξαρτησία της, εν μέσω των συνεχιζόμενων επιθέσεων του Τραμπ κατά του προέδρου της Fed Τζερόμ Πάουελ.

Η πτώση συγκρατήθηκε από τη δημοσίευση της Μπεζ Βίβλου της Fed, η οποία έδειξε ότι η αμερικανική οικονομία παρουσίασε ήπια έως μέτρια επιτάχυνση στις περισσότερες περιοχές των ΗΠΑ από τα μέσα Νοεμβρίου. «Η εικόνα αυτή συνιστά βελτίωση σε σχέση με τους τρεις προηγούμενους κύκλους αναφορών, όπου η πλειονότητα των περιφερειών κατέγραφε ελάχιστες μεταβολές», αναφέρει η έκθεση. Την ίδια ώρα, ο πρόεδρος της Fed στη Μινεάπολη Νιλ Κασκάρι προειδοποίησε ότι περαιτέρω μειώσεις επιτοκίων θα μπορούσαν να επιδεινώσουν το πρόβλημα του πληθωρισμού, σημειώνοντας ότι η πίεση στα χαμηλότερα εισοδήματα οφείλεται κυρίως στις τιμές και όχι στην απασχόληση.

Στο μέτωπο της γεωπολιτικής, η άνοδος του πετρελαίου για πέμπτη συνεχόμενη ημέρα επιβάρυνε περαιτέρω το επενδυτικό κλίμα. Οι τιμές του αργού ενισχύθηκαν λόγω φόβων για διαταραχές στην προσφορά από το Ιράν, χώρα-μέλος του OPEC, εν μέσω πολιτικής αναταραχής και αυξανόμενης έντασης με τις ΗΠΑ. Παράλληλα, το ενδιαφέρον στράφηκε και στις συνομιλίες της κυβέρνησης Τραμπ με αξιωματούχους της Γροιλανδίας και της Δανίας, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος επιμένει στη θέση ότι ο έλεγχος της Γροιλανδίας είναι «ζήτημα εθνικής ασφάλειας».

Πιέσεις δέχθηκαν και οι μετοχές κυβερνοασφάλειας, μετά από πληροφορίες ότι η Κίνα ζητά από εγχώριες εταιρείες να σταματήσουν τη χρήση αμερικανικού και ισραηλινού λογισμικού. Ωστόσο, αναλυτές της TD Cowen εκτιμούν ότι ο αντίκτυπος θα είναι περιορισμένος, καθώς η έκθεση των εταιρειών αυτών στην κινεζική αγορά είναι μόλις 1%–2%, ενώ ο κλάδος αναμένεται να διατηρήσει ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης περίπου 12% έως το 2030.

Παρά τη γενικευμένη διόρθωση, 29 μετοχές του S&P 500 κατέγραψαν νέα υψηλά 52 εβδομάδων, με τον ενεργειακό κλάδο να ξεχωρίζει. Η Exxon Mobil βρέθηκε σε ιστορικό υψηλό, ενώ το ETF Energy Select Sector SPDR (XLE) σημείωσε νέο υψηλό έτους, ενισχυμένο κατά περισσότερο από 5% από την αρχή του χρόνου, καθώς οι τιμές ενέργειας και τα γεωπολιτικά ρίσκα συνεχίζουν να στηρίζουν τον κλάδο.

Το ενδιαφέρον τέλος στρέφεται και στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, το οποίο έχει προγραμματίσει τη δεύτερη «ημέρα αποφάσεων» για φέτος, με ανοιχτά ζητήματα που αφορούν τη νομιμότητα μεγάλου μέρους της εμπορικής πολιτικής Τραμπ και των παγκόσμιων δασμών. Μία αρνητική για την κυβέρνηση απόφαση θα μπορούσε να προκαλέσει αναταράξεις στις αγορές, σύμφωνα με αναλυτές.