Σήμερα, στη Wall Street καταγράφονται μεικτά πρόσημα, με τον τεχνολογικό δείκτη Nasdaq να σημειώνει πτώση άνω του 1%. Η επενδυτική κοινότητα αμφισβητεί πλέον αν η επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να αποφέρει ουσιαστική κερδοφορία. Η πίεση εντάθηκε μετά από δημοσίευμα της Wall Street Journal, σύμφωνα με το οποίο η OpenAI απέτυχε να πιάσει τους εσωτερικούς της στόχους για έσοδα και νέους χρήστες.
Παράλληλα, ο S&P 500 υποχωρεί καθώς οι τιμές του πετρελαίου συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία για έβδομη συνεχόμενη ημέρα, με το Brent να προσεγγίζει τα 112 δολάρια το βαρέλι. Η κατάσταση επιδεινώθηκε από την απόφαση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων να αποχωρήσουν από τον ΟΠΕΚ, ενώ ο Λευκός Οίκος προσπαθεί να διαχειριστεί την ιρανική πρόταση για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, με τον Ντόναλντ Τραμπ να εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για τους όρους της Τεχεράνης.
Από την άλλη πλευρά, ο Dow Jones ενισχύεται, λαμβάνοντας ώθηση από τα κέρδη άνω του 3% της Coca-Cola και την άνοδο 2% της Sherwin-Williams, καθώς και οι δύο εταιρείες ανακοίνωσαν αποτελέσματα καλύτερα από τα αναμενόμενα. Στη συνεδρίαση της Τρίτης, ο Dow Jones καταγράφει άνοδο περίπου 200 μονάδων ή 0,41% και διαπραγματεύεται στις 49.370,20 μονάδες. Ο S&P 500 κινείται πτωτικά κατά 0,6% στις 7.131,19 μονάδες, ενώ ο Nasdaq διολισθαίνει κατά 1,16% ή 290 μονάδες, φτάνοντας τις 24.597,79 μονάδες.
Η είδηση ότι η OpenAI, η εταιρεία που πυροδότησε την παγκόσμια φρενίτιδα με το ChatGPT, παρουσιάζει σημάδια κόπωσης στην αύξηση των χρηστών και των εσόδων της, λειτουργεί ως καταλύτης για ένα μαζικό κύμα ρευστοποιήσεων. Η ανησυχία της οικονομικής διευθύντριας της εταιρείας, Σάρα Φράιερ, ότι η OpenAI ίσως αδυνατεί να ανταποκριθεί στα κολοσσιαία συμβόλαια υπολογιστικής ισχύος αν δεν αυξηθούν τα έσοδα, προκάλεσε «σεισμό» στους συνεργάτες της. Η SoftBank, εκ των βασικών χρηματοδοτών, είδε τη μετοχή της να «βουλιάζει» κατά 9,9% στο Τόκιο. Η Nvidia υποχωρεί κατά 3,5%, ενώ η Oracle και η Arm Holdings καταγράφουν απώλειες 6,7% και 8,8% αντίστοιχα.
Ενώ η τεχνολογία δέχεται πιέσεις εκ των έσω, η ευρύτερη οικονομία απειλείται από το εξωτερικό μέτωπο. Η συνεχιζόμενη σύρραξη μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχει μετατρέψει τα Στενά του Ορμούζ σε «νεκρή ζώνη» για το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου. Με τις τιμές του αργού (WTI) να ξεπερνούν τα 101 δολάρια και το Brent να «φλερτάρει» με τα 112 δολάρια, οι φόβοι για έναν νέο κύκλο πληθωρισμού εντείνονται. Παρά τις προσδοκίες για μια γρήγορη διπλωματική λύση, ο Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε την τελευταία πρόταση της Τεχεράνης, περιορίζοντας τις ελπίδες για άμεση κατάπαυση του πυρός.
Η αβεβαιότητα ωθεί τις αποδόσεις των ομολόγων υψηλότερα και το δολάριο σε ισχυρή άνοδο, δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο τις συνθήκες δανεισμού για τις επιχειρήσεις. Μέσα σε αυτό το ταραγμένο σκηνικό, η περίοδος ανακοίνωσης αποτελεσμάτων αναδεικνύει νικητές και ηττημένους. Η Coca-Cola και η Sherwin-Williams αποτέλεσαν τις φωτεινές εξαιρέσεις, με την πρώτη να αναβαθμίζει τις προβλέψεις της χάρη στην έξυπνη στρατηγική των μικρότερων συσκευασιών. Αντίθετα, η UPS είδε τα κέρδη της να «κατακρημνίζονται» λόγω των αυξημένων κινδύνων στα logistics, ενώ η Spotify βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση (-11,6%) λόγω των απογοητευτικών προβλέψεων.
Όλα τα βλέμματα στρέφονται πλέον στις επικείμενες συνεδριάσεις της Federal Reserve, της ΕΚΤ και της Τράπεζας της Αγγλίας. Αν και αναμένεται προσωρινή παύση των επιτοκίων, το σενάριο των νέων αυξήσεων επανέρχεται στο τραπέζι. Οι αγορές στοιχηματίζουν ήδη ότι η ΕΚΤ και η BoE ίσως αναγκαστούν να προχωρήσουν σε αυξήσεις ακόμα και τον Ιούνιο για να αναχαιτίσουν το ενεργειακό κόστος, ενώ η Fed ενδέχεται να κρατήσει τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για το υπόλοιπο του 2026.