Οι σημερινές απώλειες στο Χρηματιστήριο Αθηνών αποδείχθηκαν εκτός ελέγχου, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή οδήγησε τον Γενικό Δείκτη στο χαμηλότερο επίπεδο από τις 24 Νοεμβρίου, με τις απώλειες του τελευταίου διημέρου να φτάνουν τα 14 δισ. ευρώ. Η εικόνα στις διεθνείς αγορές δεν άφησε περιθώρια αντίδρασης στην Αθήνα, με τις Φρανκφούρτη, Παρίσι, Λονδίνο και Μιλάνο να υποχωρούν κατά τουλάχιστον 3%. Την ίδια στιγμή, η τιμή του πετρελαίου Brent σημείωσε άλμα 8%, φτάνοντας τα 84 δολάρια/βαρέλι. Ο Dow Jones στη Wall Street άνοιξε με απώλειες 1.100 μονάδων (-2,2%).

Το ελληνικό χρηματιστήριο επηρεάστηκε άμεσα, καθώς δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με τα ανθεκτικά εταιρικά μεγέθη. Το φετινό ισοζύγιο διαμορφώθηκε στο -2,1%, διευρύνοντας την απόσταση από τις κορυφές των 2.407 μονάδων σε τουλάχιστον -13%. Μετά τη χθεσινή πτώση 3,3%, ο Γενικός Δείκτης κατέγραψε σήμερα επιπλέον πτώση 5,75%, κλείνοντας στις 2.074,42 μονάδες, χάνοντας περισσότερες από 126 μονάδες σε σχέση με το κλείσιμο της Δευτέρας (2.200,98 μονάδες). Ο τζίρος των συναλλαγών εκτοξεύθηκε σε 679,0 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 123,8 εκατ. ευρώ αφορούσαν σε προσυμφωνημένα πακέτα.

Στο ταμπλό, οι μετοχές των τραπεζών υπήρξαν στο επίκεντρο των πιέσεων, με πτώση έως 8%. Σημαντικές απώλειες υπέστη η Aegean Airlines, ενώ οι μετοχές των Metlen, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, Viohalco, Cenergy, ΕΛΒΑΛΧΑΛΚΟΡ και ΔΕΗ συνέχισαν την καθοδική τους πορεία. Λίγο πριν το τέλος της συνεδρίασης, πραγματοποιήθηκαν δύο μεγάλα πακέτα στην ΕΥΔΑΠ, που αφορούσαν το 9,7% του μετοχικού κεφαλαίου, με τη συναλλαγή να γίνεται στα 10 ευρώ/μετοχή, δηλαδή με σημαντικό premium. Υπάρχει πιθανότητα η πώληση να σχετίζεται με τον Τζον Πόλσον, ο οποίος διατηρεί ποσοστό 9,9% στην εισηγμένη.

Ο τραπεζικός δείκτης διατηρήθηκε σε τροχιά πτώσης, κατρακυλώντας στο -6,90% και τις 2.295 μονάδες, διευρύνοντας την απόσταση από τα υψηλά του έτους στο -19%. Η μετοχή της Eurobank υποχώρησε στο -7,81% και τα 3,411 ευρώ, η Εθνική Τράπεζα στο -6,67% και τα 12,45 ευρώ, η Τράπεζα Πειραιώς στο -6,18% και τα 7,102 ευρώ, ενώ η Alpha Bank σημείωσε πτώση -8,29% και έφτασε τα 3,21 ευρώ. Καλύτερη ήταν η εικόνα της Τράπεζας Κύπρου, που τερμάτισε στο -4,43% και τα 8,62 ευρώ, με τη διοίκηση να παρουσιάζει νέους στόχους για την περίοδο 2026-2028.

Η μετοχή της Optima Bank σημείωσε νέα πτώση -7,07% και έφτασε τα 8,54 ευρώ, μετά από πρόσφατα ρεκόρ στα 10 ευρώ. Η διοίκηση ανακοίνωσε καθαρή κερδοφορία 170 εκατ. ευρώ για το 2025, σημειώνοντας άνοδο 21,2% σε ετήσια βάση. Η απόδοση των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων διαμορφώθηκε στο 25,3%, με τον συνολικό δείκτη επάρκειας στο 14,87%. Η Τράπεζα της Ελλάδας εμφάνισε καθαρά κέρδη 257,7 εκατ. ευρώ για το 2025, προτείνοντας τη διανομή μερίσματος 0,672 ευρώ/μετοχή και τη μεταφορά 244,4 εκατ. ευρώ στο ελληνικό δημόσιο.

Το Χρηματιστήριο Αθηνών καλείται να διαχειριστεί μια νέα πραγματικότητα χαμηλής ορατότητας και υψηλής αστάθειας, καθώς οι επιπτώσεις από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή γίνονται αισθητές. Οι αναλυτές προσπαθούν να διαβλέψουν τις επόμενες κινήσεις σε ένα επενδυτικό σκηνικό όπου το momentum της Bull Market εξασθενεί. Η διάρκεια των εχθροπραξιών αποτελεί τη Νο.1 πρόκληση για την ελληνική αγορά, καθώς οι επιπτώσεις στην επενδυτική ψυχολογία θα διαφέρουν αν ο πόλεμος κρατήσει μερικές ημέρες ή μήνες.

Τα μεγάλα κέρδη του Γενικού Δείκτη κατά τη διάρκεια των προηγούμενων μηνών μπορούν να προσφέρουν ένα πρώτο «ανάχωμα» στις εισαγόμενες πιέσεις. Η τρέχουσα στάση μπορεί να ιδωθεί ως μια ευκαιρία για μια υγιή διόρθωση, βελτιώνοντας την ελκυστικότητα των αποτιμήσεων. Ωστόσο, αν οι ρευστοποιήσεις ξεπεράσουν τα εύλογα όρια, ο Γενικός Δείκτης μπορεί να βρεθεί κάτω από τον κινητό μέσο όρο των τελευταίων 200 ημερών (2.050 μονάδες), θέτοντας σε δοκιμασία τα κεκτημένα της τελευταίας περιόδου. Η διάρκεια της στρατιωτικής σύρραξης είναι ο παράγοντας «Χ» για την επόμενη ημέρα.

Αν και δεν αποκλείεται μια άμεση αγοραστική αντίδραση, η στρατηγική της άμυνας με στροφή σε επιλογές χαμηλού ρίσκου είναι η πιο ενδεδειγμένη για την τρέχουσα περίοδο, τουλάχιστον έως ότου υπάρξουν βήματα προς την αποκλιμάκωση της στρατιωτικής έντασης, υπαναχώρηση της μεταβλητότητας στις διεθνείς αγορές και βελτίωση της επενδυτικής ορατότητας.