Σήμερα ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο για τις έρευνες υδρογονανθράκων στην Ελλάδα, με την υπογραφή των συμβάσεων παραχώρησης για τέσσερις θαλάσσιες περιοχές νότια της Κρήτης και νότια της Πελοποννήσου, στην κοινοπραξία της Chevron με τη Helleniq Energy. Η υπογραφή αυτή έρχεται 18 μήνες μετά την εκδήλωση ενδιαφέροντος που ενεργοποίησε τη διαγωνιστική διαδικασία και λιγότερο από έναν χρόνο από τη δημοσίευση της προκήρυξης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (30 Απριλίου 2025). Το χρονοδιάγραμμα αυτό χαρακτηρίζεται ταχύ για τα ελληνικά δεδομένα, με την κυβέρνηση να τονίζει ότι η επιτάχυνση των διαδικασιών αποτέλεσε βασικό παράγοντα προσέλκυσης διεθνούς επενδυτικού ενδιαφέροντος.
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, είχε υπογραμμίσει πρόσφατα ότι η χώρα οφείλει «χωρίς τυμπανοκρουσίες, με αυτοπεποίθηση και με σχέδιο» να διερευνήσει αν τα πιθανά κοιτάσματα είναι εμπορικά εκμεταλλεύσιμα.
Οι τέσσερις περιοχές που παραχωρούνται καλύπτουν συνολική έκταση περίπου 47.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Οι πρώτες σεισμικές έρευνες προγραμματίζεται να ξεκινήσουν πριν από το τέλος του έτους, με στόχο τον εντοπισμό πιθανών γεωλογικών δομών που θα μπορούσαν να φιλοξενούν κοιτάσματα φυσικού αερίου ή πετρελαίου. Δεν αποκλείεται οι έρευνες να συνδυαστούν με εργασίες και σε άλλες περιοχές, καθώς πρόσφατα μεγάλη διεθνής εταιρεία του κλάδου των σεισμικών ερευνών εκδήλωσε σχετικό ενδιαφέρον. Εφόσον από τα σεισμικά δεδομένα προκύψουν ελπιδοφόροι στόχοι, το επόμενο βήμα θα είναι η ερευνητική γεώτρηση, που αποτελεί το καθοριστικό στάδιο για την επιβεβαίωση της ύπαρξης και του μεγέθους ενός κοιτάσματος.
Στο στάδιο της ερευνητικής γεώτρησης βρίσκεται ήδη το «οικόπεδο 2» στο Ιόνιο, όπου δραστηριοποιείται η ExxonMobil σε συνεργασία με την Energean και τη Helleniq Energy. Το γεωτρύπανο αναμένεται, σύμφωνα με τον προγραμματισμό, στις αρχές του 2027. Παράλληλα, η ExxonMobil και η Helleniq Energy διατηρούν δικαιώματα έρευνας σε δύο ακόμη μεγάλες θαλάσσιες περιοχές δυτικά και νοτιοδυτικά της Κρήτης, ενισχύοντας το αποτύπωμα των μεγάλων ενεργειακών ομίλων στην ελληνική ΑΟΖ.
Η εντατικοποίηση των ερευνών εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική ενεργειακής ασφάλειας και αξιοποίησης εγχώριων πόρων. Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, κατά μέσο όρο περίπου το 40% της αξίας της παραγωγής επιστρέφει στο Ελληνικό Δημόσιο, μέσω φόρων, δικαιωμάτων και μισθωμάτων, με το ποσοστό να διαφοροποιείται ανάλογα με το μέγεθος και την αποδοτικότητα του κοιτάσματος. Πέραν των άμεσων δημοσιονομικών εσόδων, η ενδεχόμενη ανακάλυψη και παραγωγή υδρογονανθράκων θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου, μειώνοντας τις εισαγωγές ενέργειας και ενισχύοντας τον γεωπολιτικό ρόλο της χώρας στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Η σημερινή υπογραφή δεν προδικάζει την ύπαρξη εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων. Σηματοδοτεί, ωστόσο, την έναρξη μιας νέας φάσης, με τα επόμενα δύο χρόνια να θεωρούνται καθοριστικά για το κατά πόσο η Ελλάδα θα περάσει από το στάδιο της έρευνας σε εκείνο της παραγωγής.