Οι αγορές στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού κινούνται πτωτικά, καθώς οι επενδυτές αξιολογούν τη διατήρηση των τιμών του πετρελαίου σε υψηλά επίπεδα και τις τελευταίες εξελίξεις στην κλιμακούμενη ένταση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν. Οι τιμές του αμερικανικού αργού παρέμειναν κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ η κυβέρνηση του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο στρατιωτικών πληγμάτων στις βασικές εγκαταστάσεις εξαγωγής πετρελαίου του Ιράν στο νησί Χαργκ, έναν στρατηγικής σημασίας κόμβο που συχνά αποκαλείται «η πετρελαϊκή αρτηρία» της χώρας. Το αμερικανικό αργό πετρέλαιο διαπραγματευόταν σχεδόν αμετάβλητο στα 98,7 δολάρια το βαρέλι, ενώ το Brent, το διεθνές σημείο αναφοράς, ενισχυόταν κατά 0,48% στα 103,7 δολάρια το βαρέλι.

Ο Ντόναλντ Τραμπ διέταξε την Παρασκευή πλήγματα εναντίον ιρανικών στρατιωτικών στόχων στο νησί Χαργκ και προειδοποίησε για ενδεχόμενες περαιτέρω επιθέσεις σε εγκαταστάσεις αργού που βρίσκονται εκεί. Την προειδοποίηση επανέλαβε την Κυριακή και ο πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών στα Ηνωμένα Έθνη, Μάικ Γουόλτς. Η Goldman Sachs εκτιμά ότι η άνοδος των ενεργειακών τιμών που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν θα μπορούσε να μειώσει το παγκόσμιο ΑΕΠ κατά περίπου 0,3% μέσα στον επόμενο χρόνο, ενώ ταυτόχρονα θα αυξήσει τον συνολικό πληθωρισμό κατά περίπου 0,5% έως 0,6%. Οι υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου αναμένεται να ενισχύσουν περαιτέρω τις πληθωριστικές πιέσεις και να δημιουργήσουν πρόσθετα εμπόδια στην οικονομική ανάπτυξη, ιδιαίτερα στην Ευρώπη και την Ασία. Οι κίνδυνοι αυξάνονται σημαντικά εάν τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν κλειστά, σημείωσε η τράπεζα σε έκθεσή της την Κυριακή.

Στις αγορές της περιοχής, ο δείκτης Hang Seng του Χονγκ Κονγκ υποχώρησε κατά 0,3%, ενώ ο κινεζικός δείκτης CSI 300 σημείωσε πτώση 0,31%, παρά το γεγονός ότι τόσο η κατανάλωση όσο και η παραγωγή στην Κίνα ξεπέρασαν τις προσδοκίες, χάρη στις αυξημένες δαπάνες κατά την περίοδο των διακοπών και στην ισχυρή εξωτερική ζήτηση. Οι λιανικές πωλήσεις για τους πρώτους δύο μήνες του έτους αυξήθηκαν κατά 2,8% σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα, ξεπερνώντας την πρόβλεψη των οικονομολόγων για άνοδο 2,5%. Ωστόσο, πρόκειται για αισθητή επιβράδυνση σε σχέση με την αύξηση 4% που είχε καταγραφεί την περίοδο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου του 2025. Η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 6,3%, επίσης υψηλότερα από τις προσδοκίες για άνοδο 5%, σύμφωνα με δημοσκόπηση του Reuters. Η βιομηχανική δραστηριότητα παραμένει ένα από τα πιο ανθεκτικά στοιχεία της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου, χάρη στην ισχυρή εξωτερική ζήτηση, ιδιαίτερα από την Ευρώπη και τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας.