Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) ανοίγει νέο «παράθυρο» για την άρση του τραπεζικού και επαγγελματικού απορρήτου μέσω του συστήματος «Bank Account Nexus Crosscheck Application» (BANCAPP). Με απόφαση του διοικητή της ΑΑΔΕ, Γ. Πιτσιλή, διευρύνεται ο κύκλος των υπόχρεων προσώπων που εμπλέκονται στην καταπολέμηση του «μαύρου χρήματος». Εφεξής, εκτός από τα πιστωτικά ιδρύματα και τα ιδρύματα πληρωμών που ήδη λειτουργούν στην Ελλάδα, θα περιλαμβάνονται και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που δραστηριοποιούνται στην ελληνική επικράτεια.

Η διαδικασία αναζήτησης και λήψης πληροφοριών επιταχύνεται, καθώς η νέα απόφαση προβλέπει ότι η ελεγκτική αρχή θα λαμβάνει άμεσα απάντηση για το συνολικό αίτημα μέσω του BANCAPP, χωρίς να εξετάζεται εάν έχει υποβληθεί στο παρελθόν ανάλογο αίτημα. Το BANCAPP αφορά την αυτοματοποιημένη διαβίβαση των αρχείων αιτημάτων άρσης απορρήτου χρηματοπιστωτικών δεδομένων που έχουν δημιουργηθεί στο ΟΠΣ ELENXIS της ΑΑΔΕ.

Ο στόχος του BANCAPP είναι η ταχεία λήψη και επεξεργασία στοιχείων και πληροφοριών που αφορούν ελεγχόμενα πρόσωπα, προκειμένου να καταστεί ταχύτερος και αποτελεσματικότερος ο προσδιορισμός της φορολογητέας ύλης και η φορολογική ελεγκτική διαδικασία. Αυτό αποσκοπεί στην περιστολή της φοροδιαφυγής και την προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος.

Τα αιτήματα παροχής πληροφοριών μπορεί να προέρχονται από διάφορες υπηρεσίες της ΑΑΔΕ, την Οικονομική Αστυνομία, τον Οικονομικό Εισαγγελέα και άλλες αρχές. Αυτά τα αιτήματα αφορούν στοιχεία και πληροφορίες για φυσικά ή νομικά πρόσωπα που τηρούνται στα πιστωτικά ιδρύματα και τα ιδρύματα πληρωμών.

Το νέο αυτοματοποιημένο σύστημα της ΑΑΔΕ έχει ήδη εντοπίσει περισσότερους από 2.000 τραπεζικούς λογαριασμούς φορολογουμένων που έχουν δηλώσει ιδιαίτερα χαμηλά εισοδήματα, ενώ οι καταθέσεις τους ανέρχονται σε αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Οι ελεγκτές προχωρούν στον προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης, συγκρίνοντας το ύψος των καταθέσεων με τα δηλωθέντα εισοδήματα. Σε περίπτωση αδικαιολόγητης προσαύξησης περιουσίας, η διαφορά φορολογείται με συντελεστή 33% ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα.