Το 2025, τα φορολογικά έσοδα του Δημοσίου από τις μεταβιβάσεις ακινήτων παρουσίασαν μείωση, ενώ αντίθετα, τα έσοδα από φόρους γονικών παροχών, δωρεών και κληρονομιών σημείωσαν αύξηση. Αυτή η εξέλιξη υποδηλώνει μια κόπωση στις αγοραπωλησίες κατοικιών και οικοπέδων, καθώς και μια αύξηση του ενδιαφέροντος για γονικές παροχές, κυρίως λόγω του αυξημένου αφορολογήτου ορίου των 800.000 ευρώ για τους συγγενείς πρώτου βαθμού. Η επιβράδυνση των μεταβιβάσεων ακινήτων αποδίδεται σε παράγοντες της κτηματαγοράς, όπως η αύξηση των τιμών και το αυξημένο κόστος κατασκευής και ανακαίνισης, που σε συνδυασμό με τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, δυσκολεύουν τις νέες αγορές.

Επιπλέον, ένας μεγάλος αριθμός συναλλαγών αφορά την αγορά πρώτης κατοικίας, η οποία απαλλάσσεται από τον φόρο μεταβίβασης για ποσά έως 200.000 ευρώ (για άγαμους) ή 250.000 ευρώ (για έγγαμους), με προσαύξηση 25.000 ευρώ ανά παιδί. Οι δύο όψεις της κτηματαγοράς αποτυπώνονται στα συγκεντρωτικά στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) για την εξέλιξη και τη διακύμανση των εσόδων από τη φορολογία στα ακίνητα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ:

  • Τα έσοδα από τους φόρους στις μεταβιβάσεις ακινήτων διαμορφώθηκαν σε 607,93 εκατ. ευρώ, έναντι 656,49 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας μείωση κατά 48,56 εκατομμύρια ευρώ ή 7,4%. Στις οικοδομές, τα έσοδα από το φόρο μεταβίβασης μειώθηκαν κατά 6,3%, φτάνοντας τα 503,45 εκατ. ευρώ από 537,29 εκατ. ευρώ, ενώ μεγαλύτερη ήταν η πτώση στις εισπράξεις από τους φόρους στις μεταβιβάσεις οικοπέδων και αγροτεμαχίων, οι οποίες υποχώρησαν κατά 12,35%, στα 104,48 εκατ. ευρώ το 2025 από 119,2 εκατ. ευρώ το 2024.
  • Αντίθετα, τα έσοδα από τους φόρους στις γονικές παροχές, δωρεές και κληρονομιές αυξήθηκαν, φτάνοντας τα 266,03 εκατ. ευρώ, από 235,09 εκατ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας αύξηση 13%. Σωρευτικά, τα έσοδα του Δημοσίου από τη φορολογία ακινήτων παραμένουν σε ικανοποιητικά επίπεδα, καθώς η πτώση των εισπράξεων από τις αγοραπωλησίες αντισταθμίστηκε από την αύξηση στις γονικές παροχές και κληρονομιές.

Ο φετινός προϋπολογισμός προβλέπει αυξημένα έσοδα από φόρους σε μεταβιβάσεις, γονικές παροχές, δωρεές και κληρονομιές ακινήτων, που συνολικά αγγίζουν τα 900 εκατ. ευρώ. Ειδικότερα, από τις αγοραπωλησίες ακινήτων προβλέπεται ότι θα εισπραχθούν φόροι 653 εκατ. ευρώ, ενώ άλλα 246 εκατ. ευρώ υπολογίζεται ότι θα εισρεύσουν στα κρατικά ταμεία από γονικές παροχές, δωρεές και κληρονομιές.

Το 2025, μέσω της πλατφόρμας myProperty της ΑΑΔΕ, υποβλήθηκαν περισσότερες από 223.000 δηλώσεις φόρου μεταβίβασης που αφορούν αγοραπωλησίες ακινήτων, ενώ σύμφωνα με τα συμβόλαια που έχουν αναρτηθεί στο Μητρώο Αξιών Μεταβιβάσεων Ακινήτων, άλλαξαν χέρια 41.743 ακίνητα συνολικής αξίας που υπερβαίνει τα 4,2 δισ. ευρώ. Οι ακριβότερες αγοραπωλησίες ακινήτων έλαβαν χώρα σε περιοχές όπως η Γλυφάδα, η Βουλιαγμένη, το Ελληνικό, ο Άλιμος, το Κολωνάκι, η Φιλοθέη, οι Σπέτσες και η Κέα. Ο Δήμος Αθηναίων κατέχει την πρώτη θέση με 5.816 αγοραπωλησίες ακινήτων, με συνολική αξία που αγγίζει τα 626 εκατ. ευρώ. Η μέση αξία των 41.743 ακινήτων που μεταβιβάστηκαν το 2025 ανέρχεται σε 100.770 ευρώ.

Όσον αφορά το είδος των ακινήτων, τα συμβόλαια που έχουν υπογραφεί και αναρτηθεί στο Μητρώο δείχνουν ότι:

  • 21.354 είναι διαμερίσματα συνολικής αξίας 2,25 δισ. ευρώ
  • 4.278 μονοκατοικίες συνολικής αξίας 451,11 εκατ. ευρώ
  • 6.566 οικόπεδα συνολικής αξίας 729,5 εκατ. ευρώ
  • 3.394 είναι ακίνητα επαγγελματικής στέγης αξίας 589,37 εκατ. ευρώ
  • 1.958 είναι θέσεις στάθμευσης αξίας 23,8 εκατ. ευρώ

Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι η άνοδος των τιμών θα συνεχιστεί φέτος, αλλά με βραδύτερους ρυθμούς σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Σημειώνεται ότι το εννεάμηνο του 2025, οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν σε ονομαστικούς όρους κατά 7,5%, έναντι 9,7% το αντίστοιχο διάστημα του 2024. Η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφηκε στα παλαιά διαμερίσματα, ηλικίας άνω των πέντε ετών, με άνοδο 7,7%, έναντι 7,3% για τα νέα. Σε γεωγραφικό επίπεδο, υψηλότερους ρυθμούς αύξησης σε σχέση με τον μέσο όρο της χώρας εμφάνισαν η Θεσσαλονίκη, οι άλλες μεγάλες πόλεις και οι υπόλοιπες περιοχές της Ελλάδας με 9,7%, 8,5% και 8,9%, ενώ οι τιμές στην Αθήνα αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 6,1%.