Το 2025 αποδείχθηκε η καλύτερη χρονιά όλων των εποχών για τις εισηγμένες εταιρίες στο Χρηματιστήριο της Αθήνας. Οι επιχειρηματικές επιδόσεις κατέγραψαν ρεκόρ λειτουργικής και καθαρής κερδοφορίας, ενώ τα μερίσματα που θα διανεμηθούν ξεπερνούν τα 6,1 δισ. ευρώ για πρώτη φορά. Αν και η διαφορά σε σχέση με πέρυσι περιορίζεται σε μια σχετικά μικρή μεταβολή (+4,4%), θα πρέπει να σημειωθεί ότι η περυσινή χρονιά χαρακτηρίστηκε από υψηλά μη επαναλαμβανόμενα κέρδη, όπως η πώληση της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή που ανέβασε την περυσινή κερδοφορία κατά 800 εκατ. ευρώ.

Το ταμείο του 2025 έδειξε καθαρά κέρδη 12,1 δισ. ευρώ, λειτουργικά κέρδη 16,02 δισ. ευρώ (+3,8%) και τζίρο 102,2 δισ. ευρώ (+3,5%). Με εξαίρεση τον τζίρο (2022: 107 δισ. ευρώ λόγω των σημαντικών επιδόσεων των ενεργειακών ομίλων), οι επιδόσεις των βασικών γραμμών αποτελούν νέα ιστορικά ρεκόρ για το σύνολο των εταιριών που δημοσίευσαν ως το απόγευμα της Πέμπτης. Ατμομηχανή της κερδοφορίας ήταν ο τραπεζικός κλάδος, ο οποίος συνεισέφερε 5,5 δισ. ευρώ (+15,4%).

Παράλληλα, διαπιστώνεται ισχυρό πλειοψηφικό ρεύμα κερδοφόρων εταιριών, με το 84% των εταιριών να εμφανίζουν κέρδη (120), εκ των οποίων 17 εταιρίες επιστρέφουν από ζημιές σε κέρδη. Το ποσοστό των κερδοφόρων εταιριών είναι το υψηλότερο από την εποχή που καθιερώθηκαν τα ΔΛΠ ως αποδεκτός τρόπος αποτύπωσης των οικονομικών μεγεθών των εταιριών. Επίσης, μια άλλη θετική παράμετρος είναι τα ποσοστά των εταιριών που βελτίωσαν την κερδοφορία τους, όπου κυριαρχεί ποσοστό άνω του 70%.

Όσον αφορά τον δανεισμό, η ένταση που παρατηρείται στις επενδύσεις των ενεργειακών και κατασκευαστικών ομίλων οδήγησε σε αύξηση του καθαρού δανεισμού κατά 6,2% στα 34,3 δισ. ευρώ, ενώ η καθαρή θέση, κυρίως λόγω της αύξησης της κερδοφορίας, εμφανίζεται αυξημένη στα 94,8 δισ. ευρώ. Το προφίλ ρίσκου των εμποροβιομηχανικών εταιριών σε σχέση με τα λειτουργικά κέρδη αυξήθηκε στο 2,14x από 2,09x. Παρόλα αυτά, 33 εταιρίες μείωσαν τον δανεισμό τους, ενώ 35 εταιρίες (26%) έχουν καθαρό ταμείο, δηλαδή τα ταμειακά τους διαθέσιμα υπερκαλύπτουν το δανεισμό τους.

Με αυτά τα δεδομένα, η απόδοση των ιδίων κεφαλαίων διαμορφώθηκε στο 12,8%, χαμηλότερα σε σχέση με το 2024 (13,4%), αλλά σε ικανοποιητικά επίπεδα. Οι εταιρίες που έχουν καθαρό ταμείο στο τέλος του 2025 είναι επίσης αξιοσημείωτες.

Όσον αφορά τη συνέχεια, οι εισηγμένες έδωσαν μια συγκρατημένα αισιόδοξη εικόνα για το ξεκίνημα της χρονιάς, επισημαίνοντας τις προκλήσεις της συγκυρίας. Ο τραπεζικός κλάδος, που αποτελεί βαρόμετρο για τις τάσεις της τελικής γραμμής, αναμένει υψηλή μονοψήφια αύξηση της κερδοφορίας, ενώ ισχυρές τάσεις καταγράφονται σε διυλιστήρια και κατασκευές. Το ιστορικό ΡΕ της αγοράς βρίσκεται στο 13x, ο λόγος EV/EBITDA στο 8,8x και η μερισματική απόδοση στο 3,9%. Όλες οι μετρήσεις έχουν αποκλίσεις από τους αισθητά υψηλότερους πολλαπλασιαστές κερδών στους οποίους διαπραγματεύονται οι αντίστοιχες Ευρωπαϊκές και Αμερικανικές μετοχές των ώριμων αγορών.

Συνοψίζοντας, η αγορά δείχνει να διατηρεί ένα προσεκτικά θετικό momentum, με τα θεμελιώδη να παραμένουν υποστηρικτικά αλλά όχι επαρκή από μόνα τους για μια ουσιαστική επαναξιολόγηση. Οι αποτιμήσεις εξακολουθούν να προσφέρουν ένα εμφανές discount έναντι των ώριμων αγορών, στοιχείο που δυνητικά ενισχύει την επενδυτική ελκυστικότητα. Ωστόσο, η κατεύθυνση των μακροοικονομικών και γεωπολιτικών εξελίξεων θα αποτελέσει τον καθοριστικό παράγοντα για τη στάση των επενδυτών. Μέχρι τότε, η ελληνική αγορά θα ισορροπεί μεταξύ ευκαιρίας και επιφυλακτικότητας, αναμένοντας τον καταλύτη που θα επιτρέψει την πλήρη ανάδειξη της αξίας της.