Στις αρχές Ιανουαρίου, το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς είχε εκτιμήσει ότι οι 50 ημέρες εκπτώσεων θα μπορούσαν να περιορίσουν τον χειμερινό πληθωρισμό. Ωστόσο, παρά τα αισιόδοξα δεδομένα της εορταστικής αγοράς, η επιμονή του πληθωρισμού ανέτρεψε τις προσδοκίες. Σύμφωνα με την Eurostat, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Ιανουάριο διαμορφώθηκε στο 2,8%, παραμένοντας σχεδόν αμετάβλητος σε μηνιαία βάση και πολύ υψηλότερα από τον μέσο όρο 1,7% της Ευρωζώνης.
Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε τον Ιανουάριο ποσοστό πληθωρισμού 2,5%, καθώς και τη μικρότερη ετήσια αύξηση της τελευταίας πενταετίας στο λιανικό εμπόριο, που υπολείπεται του πληθωρισμού κατά μισή μονάδα. Ο παραδοσιακός κλάδος της ένδυσης-υπόδησης παρουσίασε αποθαρρυντικές επιδόσεις, οι οποίες επεκτάθηκαν και στο δίμηνο των εκπτώσεων. Σύμφωνα με το ΕΒΕΠ, οι πωλήσεις στο λιανικό εμπόριο εμφανίζουν στασιμότητα, με μια μόνο μικρή ετήσια αύξηση 2%, αντί της αναμενόμενης σταθεροποίησης της κατανάλωσης.
Οι έμποροι προσδοκούσαν θετικό πρόσημο στα επίπεδα του +5% για την αρχή της νέας χρονιάς, αλλά αυτό δεν επαληθεύτηκε. Ακόμα και αν αφαιρεθούν οι τρεις μεγάλοι κλάδοι τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων από τον συνολικό τζίρο του λιανεμπορίου, η αύξηση του ετήσιου τζίρου των λοιπών επιχειρήσεων λιανικής αντιστοιχεί επίσης σε αύξηση 2%. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ο κύκλος εργασιών των σούπερ μάρκετ, ο οποίος παρουσίασε αύξηση 4,4% στα 20,4 δισ. ευρώ, ξεπερνώντας το 27% του συνολικού τζίρου στο λιανικό εμπόριο.
Κατά τη διάρκεια των φετινών εκπτώσεων, οι προτιμήσεις των καταναλωτών παρέμειναν οι καθιερωμένες, με αγορές που εστίασαν σε προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες, αλλά με μικρότερη συχνότητα και ένταση. Εκτιμάται ότι τουλάχιστον 6 στους 10 καταναλωτές εκμεταλλεύτηκαν τις εκπτωτικές τιμές, με 3 στους 10 να κάνουν αγορές ένδυσης-υπόδησης, 2 στους 10 σε είδη τεχνολογίας και 1 στους 10 σε είδη σπιτιού. Για τους υπόλοιπους 4 στους 10 καταναλωτές, η περίοδος των εκπτώσεων ήταν «αδιάφορη», λόγω της παγιωμένης ακρίβειας.
Στην κατηγορία «Ένδυση και Υπόδηση», σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η ετήσια αύξηση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε κατά +8,0% μεταξύ Ιανουαρίου 2026 και Ιανουαρίου 2025. Η αύξηση του ΔΤΚ στην ένδυση-υπόδηση ήταν περίπου +1,8% στο τέλος του 2025, ενώ ο τζίρος παρέμεινε στάσιμος, φτάνοντας τα 3,8 δισ. ευρώ. Στα καταστήματα ενδυμάτων καταγράφηκε οριακή ετήσια αύξηση +0,6%, ενώ στα καταστήματα υποδημάτων καταγράφηκε μείωση -3,2%. Σε αποπληθωρισμένες τιμές, οι αγορές μειώθηκαν -1,8% στην ένδυση και -5,6% στην υπόδηση.
Το υψηλό ποσοστό αύξησης 8% του Ιανουαρίου 2026 δεν οφείλεται στην υπερθέρμανση της αγοράς, αλλά σε συνδυασμό επτά παραγόντων: 1. Ισχυρό εποχικό αποτέλεσμα, 2. Αυξημένο κόστος εισαγωγών, 3. Ακριβότερα λειτουργικά έξοδα, 4. Μικρότερη ένταση εκπτώσεων, 5. Αλλαγή καταναλωτικού μείγματος, 6. Μετακύλιση κόστους και 7. Στατιστική σύγκριση.
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, επισημαίνει ότι το ζητούμενο των τακτικών εκπτώσεων είναι να ρευστοποιήσουν οι επιχειρήσεις εποχικό εμπόρευμα και να δώσουν την ευκαιρία στους καταναλωτές να αποφορτίσουν τον οικογενειακό τους προϋπολογισμό. Ωστόσο, η ακρίβεια συνεχίζει να επηρεάζει τους καταναλωτές, οι οποίοι περιορίζουν τις αγορές τους για να καλύψουν δαπάνες στέγασης και διατροφής, αγοράζοντας λιγότερα και φθηνότερα προϊόντα. Οι χειμερινές εκπτώσεις ανέδειξαν την οικονομική κόπωση των καταναλωτών, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των εμπόρων.
Αν και ο τζίρος στη λιανική το δίμηνο Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου 2026 μπορεί να ξεπεράσει τα 6 δισ. ευρώ του αντίστοιχου περυσινού διμήνου, σε πολλούς κλάδους αυτό δεν επαρκεί. Θα περιμένουμε τα επίσημα στοιχεία του Φεβρουαρίου για τα τελικά συμπεράσματα, αλλά είναι σημαντικό να λάβουμε υπόψη την αναδιάταξη της καταναλωτικής συμπεριφοράς και να βρούμε τρόπους να δώσουμε νέο ενδιαφέρον στις χειμερινές εκπτώσεις.