Μετά από μια δεκαετία διαπραγματεύσεων, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Αυστραλία κατέληξαν σε μια ιστορική συμφωνία για τη μείωση των δασμών. Η συμφωνία αυτή επισφραγίστηκε από την πρόεδρο της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και τον Αυστραλό πρωθυπουργό, Άντονι Αλμπανέζε. Οι Βρυξέλλες εκτιμούν ότι η συμφωνία θα εξοικονομήσει στις εταιρείες της ΕΕ περισσότερα από 1 δισεκατομμύριο ευρώ ετησίως από εξαγωγικούς δασμούς προς την Αυστραλία.
«Αυτή η συμφωνία είναι επωφελής και για τις δύο πλευρές», δήλωσε η κ. φον ντερ Λάιεν σε κοινή συνέντευξη Τύπου με τον Άντονι Αλμπανέζε. «Από την πλευρά της ΕΕ, το δίκτυο συμφωνιών ελεύθερων συναλλαγών μας συνεχίζει να αναπτύσσεται σταθερά. Εργαζόμαστε για τη διαφοροποίηση των εμπορικών μας σχέσεων σε έναν ολοένα και πιο αβέβαιο κόσμο». Ο Αλμπανέζε χαρακτήρισε τη συμφωνία «ολοκληρωμένη, ισορροπημένη και εμπορικά σημαντική», προσθέτοντας ότι θα μειώσει το κόστος για τους Αυστραλούς καταναλωτές και θα ανοίξει νέες αγορές για τους εγχώριους παραγωγούς.
Οι εξαγωγές της ΕΕ προς την Αυστραλία έφτασαν τα 37 δισεκατομμύρια ευρώ σε αγαθά το 2025 και τα 31 δισεκατομμύρια ευρώ σε υπηρεσίες το 2024, σύμφωνα με στοιχεία της Επιτροπής. Οι Βρυξέλλες αναμένουν ότι η συμφωνία θα ενισχύσει το διμερές εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών κατά περίπου 30% την επόμενη δεκαετία.
Ο επικεφαλής εμπορίου της ΕΕ, Μάρος Σέφτσοβιτς, χαρακτήρισε τη συμφωνία «πολύ φιλόδοξη», προσθέτοντας ότι σχεδόν όλα τα αγαθά θα απελευθερωθούν, με τον χάλυβα να εξαιρείται και από τις δύο πλευρές. Η συμφωνία θα διευκολύνει την πρόσβαση στην αγορά για τους παρόχους υπηρεσιών της ΕΕ, θα διευκολύνει τις επενδύσεις και θα διασφαλίσει ότι οι ευρωπαϊκές εταιρείες θα μπορούν να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις με τις αυστραλιανές εταιρείες στις δημόσιες συμβάσεις.
Οι Βρυξέλλες και η Καμπέρα έχουν επίσης υιοθετήσει μια εταιρική σχέση ασφάλειας και άμυνας, την οποία υπέγραψαν μέσω τηλεδιάσκεψης η Ύπατη Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Διπλωματίας, Κάγια Κάλας, και ο Αυστραλός ομόλογός της στις 18 Μαρτίου.
Τα βασικά σημεία διαφωνίας, όπως η χρήση προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και η πρόσβαση των Αυστραλών παραγωγών βοδινού στην ευρωπαϊκή αγορά, ξεπεράστηκαν. Ο συμβιβασμός θα επιτρέψει στους Αυστραλούς παραγωγούς να χρησιμοποιούν τον όρο «prosecco» στην εσωτερική αγορά τους, αλλά θα πρέπει να σταματήσουν να τον χρησιμοποιούν στις εξαγωγές τους έπειτα από δέκα χρόνια. Οι Αυστραλοί παραγωγοί θα μπορούν επίσης να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν άλλες προστατευόμενες ονομασίες προέλευσης, όπως «φέτα» ή «gruyère», αν το έκαναν ήδη για τουλάχιστον πέντε χρόνια.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένει ότι οι εξαγωγές της στην Αυστραλία θα αυξηθούν κατά το ένα τρίτο την επόμενη δεκαετία, και κατά 50% στους τομείς των γαλακτοκομικών και της αυτοκινητοβιομηχανίας. Η ποσόστωση του αυστραλιανού βοδινού που θα επιτρέπεται να εισέρχεται στην ΕΕ θα πολλαπλασιαστεί δέκα και πλέον φορές την προσεχή δεκαετία, αν και θα παραμείνει κάτω από το επίπεδο που ήθελαν οι Αυστραλοί κτηνοτρόφοι.
Η νέα ποσόστωση, που ορίστηκε στους 30.600 τόνους αυστραλιανού βοδινού κρέατος, περιλαμβάνει κατά 55% κρέας ζώων εκτρεφόμενων με γρασίδι και το 45% θα ωφελείται από μειωμένους τελωνειακούς δασμούς (7,5%). Μόλις το ένα τρίτο της ποσόστωσης αυτής θα εφαρμοστεί την πρώτη πενταετία, προτού τεθεί σε πλήρη ισχύ. Η ΕΕ θα επιτρέψει επίσης τις εισαγωγές 25.000 τόνων αιγοπρόβειου κρέατος από ζώα εκτρεφόμενα με χορτάρι προοδευτικά την επόμενη επταετία.
Η συμφωνία θα τεθεί σε ισχύ αφού εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Οι Βρυξέλλες ελπίζουν να αποφύγουν νέες κινητοποιήσεις των αγροτών και των κτηνοτρόφων, οι οποίοι είναι ήδη εξοργισμένοι για τη συμφωνία εμπορίου που υπογράφτηκε με τα λατινοαμερικάνικα κράτη της Mercosur.
Αξιωματούχοι της ΕΕ και της Αυστραλίας συζήτησαν επίσης για τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, ο οποίος απειλεί να προκαλέσει τη χειρότερη ενεργειακή κρίση από τα χρόνια του 1970. Η πρόεδρος της Κομισιόν, φον ντερ Λάιεν, απηύθυνε έκκληση να σταματήσουν αμέσως οι εχθροπραξίες στην περιοχή, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση «κρίσιμη» για τον παγκόσμιο εφοδιασμό με υδρογονάνθρακες.