Οι σημαντικές απώλειες της Wall Street, κυρίως στον τεχνολογικό τομέα, επηρέασαν αρνητικά και τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, περιορίζοντας ή και μηδενίζοντας τα αρχικά τους κέρδη. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρέθηκαν και τα τριμηνιαία αποτελέσματα πολλών κορυφαίων ευρωπαϊκών εταιρειών, επηρεάζοντας το κλίμα. Ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx 600 έκλεισε σε αρνητικό έδαφος, με πτώση 0,23% στις 607,14 μονάδες, με τη γερμανική εταιρεία επιχειρηματικού λογισμικού SAP να αποτελεί το μεγαλύτερο βαρίδι. Παρά την επιβεβαίωση των τρεχόντων μεγεθών της, η SAP εξέδωσε guidance που δείχνει επιβράδυνση στο cloud και πιο αργή εμπορική απόδοση της τεχνητής νοημοσύνης από ό,τι είχαν προεξοφλήσει οι επενδυτές.

Η πίεση από την SAP, σε συνδυασμό με τις απώλειες της μετοχής της Deutsche Bank, μετά τη νέα εισαγγελική έρευνα εναντίον της για τον Ρώσο μεγιστάνα Ρόμαν Αμπράμοβιτς, οδήγησαν σε σημαντική πτώση και τον δείκτη DAX στη Φρανκφούρτη, ο οποίος υποχώρησε κατά 2,07% στις 24.309 μονάδες. Αντιθέτως, ο γαλλικός δείκτης CAC 40 παρουσίασε μικρή άνοδο 0,06% στις 8.071 μονάδες, χάρη στην ώθηση από τις μετοχές του ενεργειακού και του εξορυκτικού κλάδου, λόγω της αύξησης στις τιμές των εμπορευμάτων. Ο FTSE 100 στο Λονδίνο πρόσθεσε 0,17% στις 10.171 μονάδες, ενώ ο FTSE MIB στο Μιλάνο υποχώρησε κατά 0,14% στις 45.075 μονάδες και ο IBEX 35 στη Μαδρίτη διαμορφώθηκε στις 17.589 μονάδες, μειωμένος κατά 0,10%.

Στο μέτωπο των μακροοικονομικών στοιχείων, κυριάρχησαν οι ανακοινώσεις για την πορεία της γερμανικής οικονομίας, οι οποίες λειτούργησαν ως επιπλέον παράγοντας ανάσχεσης, κυρίως για τον DAX. Η γερμανική κυβέρνηση ανακοίνωσε αναθεώρηση προς τα κάτω των προβλέψεων της για την οικονομική ανάπτυξη, εκτιμώντας ότι το ΑΕΠ θα αυξηθεί περίπου 1% το 2026, από 1,3% που ήταν η προηγούμενη εκτίμηση, και κατά 1,3% το 2027 από 1,4%. Αυτή η αναθεώρηση αντικατοπτρίζει τη συνεχιζόμενη ασθενική ανάκαμψη της γερμανικής οικονομίας μετά από δύο χρόνια στασιμότητας, με την ανάπτυξη να εξαρτάται κυρίως από δημοσιονομικά κίνητρα.

Οι ανησυχίες για το μακροοικονομικό περιβάλλον και το διεθνές γεωπολιτικό ρίσκο, κυρίως λόγω των απειλών του προέδρου Τραμπ κατά του Ιράν, συνέχισαν να επηρεάζουν σημαντικά την αγορά των commodities. Οι πετρελαϊκές τιμές σημείωσαν νέο άλμα κοντά στο 3%, με την τιμή του Brent να ξεπερνά τα 70 δολάρια για πρώτη φορά από τον περασμένο Σεπτέμβριο, φτάνοντας τα 70,40 δολάρια, με άνοδο 2,92%. Αντίστοιχα, το αμερικάνικο WTI κέρδισε 2,97%, φτάνοντας τα 65,09 δολάρια το βαρέλι.

Ωστόσο, ο χρυσός σταμάτησε την ανοδική του πορεία μετά το νέο του ρεκόρ στα 5.594 δολάρια ανά ουγγιά, με τους επενδυτές να προχωρούν σε ρευστοποιήσεις για αποκόμιση κερδών. Η τιμή spot του χρυσού βρέθηκε να χάνει έως και 4,6% πριν σταθεροποιηθεί γύρω στα 5.297 δολάρια ανά ουγγιά, με κάμψη 0,14%. Παρά την πτώση, το πολύτιμο μέταλλο οδεύει προς την ολοκλήρωση του καλύτερου μήνα του από τη δεκαετία του '80, με μηνιαία κέρδη της τάξεως του 19% και εβδομαδιαία ενίσχυση περίπου 3,6%.

Στις αγορές συναλλάγματος, το αμερικανικό νόμισμα σταθεροποιήθηκε, παραμένοντας κοντά σε χαμηλά τεσσάρων ετών. Ο δείκτης δολαρίου βρέθηκε στο 96,29 και η ισοτιμία ευρώ/δολαρίου κινήθηκε στο 1,1947, με το ευρώ να χάνει ανεπαίσθητο έδαφος. Ο Ντόναλντ Τραμπ, όταν ρωτήθηκε για την αποδυνάμωση του δολαρίου, υποστήριξε ότι η αξία του είναι «πολύ καλή», ενώ ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσετ επιβεβαίωσε την προτίμηση της Ουάσιγκτον προς ένα ισχυρό νόμισμα, χωρίς ωστόσο να πείσει τις αγορές ή να αλλάξει την τάση για το δολάριο.