Η ελληνική οικονομία παρουσιάζει ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, ανθεκτική ανάπτυξη και σημαντική πρόοδο στην αγορά εργασίας, αν και συνεχίζει να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές προκλήσεις και νέους εξωτερικούς κινδύνους. Στο πλαίσιο αυτό, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή προκαλεί ένα νέο ενεργειακό σοκ για την παγκόσμια οικονομία, με πιθανές επιπτώσεις στον πληθωρισμό και τις επιχειρήσεις, όπως επισημάνθηκε σε webinar του Fitch Ratings για την Ελλάδα, το οποίο παρακολούθησε το Naftemporiki.gr.
Απαντώντας σε ερώτηση της Ναυτεμπορικής σχετικά με τον αντίκτυπο της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, ο Γρεγκ Κις τόνισε ότι ο πόλεμος συνιστά ένα νέο σοκ για την παγκόσμια οικονομία, κυρίως μέσω της ενέργειας. «Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή είναι ένα νέο σοκ για την παγκόσμια οικονομία. Έχουμε ήδη δει σημαντικές ζημιές σε ενεργειακές εγκαταστάσεις στον Κόλπο», ανέφερε. Σύμφωνα με τον ίδιο, η βασική επίπτωση θα προκύψει από την πλευρά της προσφοράς ενέργειας, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε άνοδο των τιμών και σε νέες πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς. «Το σοκ στην ενεργειακή προσφορά θα οδηγήσει σε αύξηση του πληθωρισμού και θα εντείνει τις πιέσεις στην παγκόσμια οικονομία», σημείωσε.
Παρά τις ανησυχίες, η Fitch εκτιμά ότι οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι περιορισμένες εάν η κρίση δεν παραταθεί. «Πιστεύουμε ότι η σύγκρουση μπορεί να διαρκέσει λιγότερο από έναν μήνα», ανέφερε ο Γρεγκ Κις, προσθέτοντας ότι σε ένα τέτοιο σενάριο η παγκόσμια ανάπτυξη θα μπορούσε να παραμείνει κοντά στο 2%.
Όσον αφορά την Ελλάδα, ο Γρεγκ Κις υπογράμμισε ότι η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωζώνη αποτελεί σημαντικό παράγοντα σταθερότητας σε περιόδους διεθνών αναταράξεων. «Είναι σημαντικό να πούμε ότι η Ελλάδα ωφελείται από το ότι είναι μέλος της Ευρωζώνης. Αυτό αποτελεί μια πολύ σημαντική ασπίδα για τη χώρα», τόνισε. Παράλληλα, σημείωσε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης, γεγονός που την καθιστά λιγότερο ευάλωτη στις επιπτώσεις της αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής σε σχέση με άλλες οικονομίες.
Ωστόσο, υπάρχει και ένα σαφές σημείο ευαλωτότητας: η εξάρτηση της χώρας από εισαγωγές ενέργειας. «Η βασική ευαλωτότητα της Ελλάδας σχετίζεται με την εξάρτησή της από τις εισαγωγές ενέργειας», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι ένα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ θα μπορούσε να επηρεάσει την οικονομία κυρίως μέσω των τιμών.
Ένα από τα πιο ενθαρρυντικά στοιχεία για την ελληνική οικονομία είναι η σημαντική βελτίωση στην αγορά εργασίας. Όπως σημείωσε ο Γρεγκ Κις, η απασχόληση έχει επιστρέψει στα επίπεδα του 2010, ωστόσο η σημερινή εικόνα της οικονομίας είναι πολύ διαφορετική από εκείνη της προ κρίσης περιόδου. «Η απασχόληση έχει επιστρέψει στα επίπεδα του 2010, αλλά η ελληνική οικονομία του 2026 είναι πολύ διαφορετική και ο πληθυσμός έχει μειωθεί», ανέφερε. Σήμερα τα 4,5 εκατομμύρια εργαζομένων αντιστοιχούν σε υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης από ό,τι πριν από την κρίση.
Ο ίδιος πάντως προειδοποίησε ότι η συνολική εικόνα δεν πρέπει να θεωρηθεί υπερβολικά αισιόδοξη, καθώς παραμένουν επίμονες διαρθρωτικές αδυναμίες που συνδέονται με την περίοδο της κρίσης. «Δεν θέλω να δώσω υπεραισιόδοξη εικόνα γιατί υπάρχουν legacy issues», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον Fitch, ένα από τα βασικά «αγκάθια» της ελληνικής οικονομίας παραμένει το επίπεδο του κατά κεφαλήν εισοδήματος. Όπως τόνισε ο Γρεγκ Κις, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση, ιδιαίτερα εάν συγκριθεί με την πρόοδο που έχουν σημειώσει χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης μετά την ένταξή τους στην Ε.Ε. Αυτό βεβαίως είναι «κληρονομιά» της κρίσης χρέους που συρρίκνωσε τα εισοδήματα των Ελλήνων και το ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας. Η υστέρηση αυτή υποδηλώνει ότι, παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να έχει δρόμο μπροστά της για να συγκλίνει πλήρως με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο Fitch στα δημόσια οικονομικά της χώρας, τα οποία χαρακτηρίζει ιδιαίτερα ισχυρά. Η Ελλάδα καταγράφει πρωτογενή πλεονάσματα, κάτι που – όπως επεσήμανε ο Κις – είναι σχετικά σπάνιο όχι μόνο στην Ευρωζώνη αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Η δημοσιονομική εικόνα έχει ενισχυθεί επίσης από σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές. Ένα από τα στοιχεία που υπογραμμίζει ο οίκος είναι η μείωση της δημόσιας κατανάλωσης ως ποσοστό του ΑΕΠ, εξέλιξη που θεωρείται ένδειξη ότι η δημοσιονομική προσαρμογή έχει πλέον πιο μόνιμο χαρακτήρα. Παράλληλα, η Ελλάδα επωφελείται από ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης.
Όπως εξήγησε ο Κις, η χώρα εξακολουθεί να ωφελείται από τους ευνοϊκούς όρους των δανείων που συνδέονται με τα προγράμματα στήριξης, αλλά ακόμη και εάν στηριζόταν αποκλειστικά στις αγορές, οι συνθήκες χρηματοδότησης θα παρέμεναν ευνοϊκές. Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας, σύμφωνα με τον Fitch, είναι η ευρύτερη πολιτική συναίνεση γύρω από τη δημοσιονομική πειθαρχία, κάτι που ενισχύει την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής.
Ο Fitch εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος της Ελλάδας θα συνεχίσει να μειώνεται τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του οίκου, το δημόσιο χρέος από 164% του ΑΕΠ το 2023 θα μειωθεί στο 145% το 2025, στο 138% το 2026 και στο 132% το 2027. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τον συνδυασμό ισχυρών πρωτογενών πλεονασμάτων και θετικών ρυθμών ανάπτυξης.
Στο πλαίσιο της δημοσιονομικής πολιτικής, η Fitch σημειώνει ότι ορισμένα μέτρα στήριξης της οικονομίας – όπως φοροελαφρύνσεις και επιδοτήσεις ενοικίων – έχουν σχεδιαστεί με τρόπο που δεν δημιουργεί σημαντική δημοσιονομική επιβάρυνση. Σύμφωνα με τον Γρεγκ Κις, τα μέτρα αυτά έχουν θετικό δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή, γεγονός που σημαίνει ότι στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα χωρίς να επιβαρύνουν ουσιαστικά τα δημόσια οικονομικά.
Ο Fitch υπενθυμίζει ότι τον Νοέμβριο προχώρησε στην τελευταία αναβάθμιση της Ελλάδας, χάρη στη βελτίωση των οικονομικών θεμελιωδών μεγεθών. Η χώρα βρίσκεται πλέον στη βαθμίδα BBB, εντός επενδυτικής κατηγορίας. Όπως σημείωσε ο Γρεγκ Κις, η αξιολόγηση αυτή βασίζεται κυρίως στην ισχυρή δημοσιονομική θέση, στη σταθερή μείωση του χρέους και στην ανθεκτικότητα της οικονομίας. Στην κλίμακα αξιολόγησης του οίκου, η Ελλάδα βρίσκεται λίγο χαμηλότερα από χώρες όπως η Ιταλία και η Βουλγαρία, που αξιολογούνται με BBB+.
Στην παρουσίαση εξετάστηκε και η πορεία του τραπεζικού συστήματος, το οποίο εμφανίζει βελτιωμένη εικόνα τα τελευταία χρόνια. Οι ελληνικές τράπεζες παρουσιάζουν αύξηση δανείων περίπου 8% το 2025, σημαντική ενίσχυση εσόδων από προμήθειες και ισχυρή λειτουργική κερδοφορία. Ο οίκος εκτιμά ότι η Εθνική Τράπεζα και η Eurobank έχουν θετικές προοπτικές αξιολόγησης, ενώ για την Alpha Bank και την Πειραιώς μια πιθανή αναβάθμιση θα απαιτούσε περαιτέρω βελτίωση στην ποιότητα του ενεργητικού.
Παρά την πρόοδο, παραμένει η διασύνδεση κράτους και τραπεζών, κυρίως μέσω αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων περίπου 12 δισ. ευρώ και κρατικών εγγυήσεων περίπου 18 δισ. ευρώ που σχετίζονται με τα προγράμματα τιτλοποίησης μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Αναφερόμενος στο διεθνές περιβάλλον, ο Emmanuel Bulle, Senior Director και Head of Research για τις επιχειρήσεις στην περιοχή EMEA και APAC της Fitch Ratings, προειδοποίησε ότι η σύγκρουση στο Ιράν μπορεί να αποδειχθεί παρατεταμένη και να έχει σημαντικές επιπτώσεις για τις επιχειρήσεις. «Αν η ιστορία αποτελεί οδηγό, αυτό το είδος σύγκρουσης μπορεί να διαρκέσει αρκετά και να έχει σημαντικό αντίκτυπο στις επιχειρήσεις», σημείωσε. Όπως εξήγησε, μια παρατεταμένη γεωπολιτική κρίση θα μπορούσε να επηρεάσει πολλαπλά μέτωπα της παγκόσμιας οικονομίας, μεταξύ των οποίων: οι τιμές της ενέργειας, ο πληθωρισμός, τα spreads των ομολόγων και οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. «Υπάρχουν πολλοί κίνδυνοι», τόνισε, προσθέτοντας ότι ο οίκος βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία αξιολόγησης του συνολικού αντίκτυπου. Ορισμένοι κλάδοι ενδέχεται πάντως να επωφεληθούν. Οι εταιρείες κοινής ωφέλειας, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να δουν βελτίωση των εσόδων τους λόγω της ανόδου των τιμών του φυσικού αερίου. Αντίθετα, τομείς όπως ο τουρισμός και οι μεταφορές ενδέχεται να δεχθούν πιέσεις εάν η κρίση διαρκέσει.