Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αναμένεται να διατηρήσει αμετάβλητα τα βασικά επιτόκια για έκτη συνεχόμενη φορά στη συνεδρίαση της προσεχούς Πέμπτης, ακολουθώντας το παράδειγμα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς. Το επιτόκιο καταθέσεων θα παραμείνει στο 2%, της κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,15% και το επιτόκιο διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης στο 2,40%.
Ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη παραμένει στο 2% και η ευρωπαϊκή οικονομία παρουσίασε καλή απόδοση το τελευταίο τρίμηνο, καταγράφοντας ανάπτυξη 0,3%, καλύτερη από την αναμενόμενη, και ανεβάζοντας την πρόβλεψη για την ανάπτυξη του 2025 στο 1,5%. «Καθώς δεν σημειώθηκε οικονομική επιβράδυνση και ο πληθωρισμός παραμένει γύρω από τον στόχο του 2% της κεντρικής τράπεζας, είναι σημαντικό να περιμένουμε πριν γίνουν οποιεσδήποτε προσαρμογές στα επιτόκια», αναφέρουν οι ίδιες πηγές.
«Προς το παρόν, όλα δείχνουν ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ είναι ικανοποιημένο με το τρέχον επίπεδο των επιτοκίων. Η οικονομική δραστηριότητα και η αγορά εργασίας συνεχίζουν να δείχνουν ανθεκτικότητα απέναντι σε ένα εξαιρετικά αβέβαιο γεωπολιτικό περιβάλλον, όπως και οι χρηματοπιστωτικές αγορές», εξηγεί ο Μάρκο Βάλι, επικεφαλής οικονομολόγος της UniCredit. «Ο κίνδυνος κλιμάκωσης των εντάσεων λόγω της Γροιλανδίας φαίνεται να έχει υποχωρήσει, απομακρύνοντας έτσι μια σημαντική απειλή», προσθέτει.
Ωστόσο, οι εξελίξεις παραμένουν αβέβαιες. «Η απρόβλεπτη πολιτική του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και η ταχεία ανατίμηση του ευρώ είναι πιθανό να προκαλέσουν αυξανόμενη ανησυχία στην ΕΚΤ. «Βρισκόμαστε σε μια άνετη θέση», είναι η φράση που ακούγεται στη Φρανκφούρτη μετά τις συνεδριάσεις νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ. Αυτή η φράση χρησιμοποιήθηκε επίσης από τον απερχόμενο πρόεδρο της Fed, Τζερόμ Πάουελ, για να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ την περασμένη Τετάρτη.
Με άλλα λόγια, το τρέχον επίπεδο επιτοκίων, είτε στη Φρανκφούρτη είτε στην Ουάσιγκτον, θεωρείται απόλυτα κατάλληλο για το οικονομικό πλαίσιο. Ωστόσο, οι προοπτικές αρχίζουν να προβληματίζουν την ΕΚΤ. «Τις τελευταίες ημέρες, οι εξελίξεις στην αγορά έχουν αρχίσει να καθιστούν την «καλή θέση» της ΕΚΤ κάπως λιγότερο άνετη. Η αποδυνάμωση του δολαρίου και, κατά συνέπεια, η ενίσχυση του ευρώ έχουν προκαλέσει κάποια ανησυχία εντός της κεντρικής τράπεζας», σημειώνει ο Κάρστεν Μπρζέσκι, επικεφαλής οικονομολόγος της ING.
Προς το παρόν, η ισοτιμία δολαρίου – ευρώ παραμένει διαχειρίσιμη για την ευρωπαϊκή οικονομία. Ο Μπρζέσκι πιστεύει ότι η διατήρηση της ισοτιμίας ευρώ-δολαρίου γύρω στο 1,20 μπορεί να μειώσει τον πληθωρισμό κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα. Ωστόσο, αυτό δεν είναι αρκετό για να δημιουργηθεί μια πραγματική αποπληθωριστική τάση. «Εάν η ανατίμηση του ευρώ συνεχιστεί, η απειλή θα μπορούσε να γίνει πιο σοβαρή και θα ενίσχυε τα επιχειρήματα όσων εντός του Διοικητικού Συμβουλίου ζητούν προληπτική μείωση των επιτοκίων για την αποφυγή υπερβολικά χαμηλού πληθωρισμού», τονίζουν παράγοντες της αγοράς.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, έχει καταστήσει σαφές ότι μια περαιτέρω μείωση των επιτοκίων θα απαιτούσε μια σημαντικά αρνητική εξέλιξη στις αγορές. Δεν αναμένονται τέτοιες εκπλήξεις από τα στοιχεία που θα δημοσιευτούν πριν από τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου, όπως η τριμηνιαία έκθεση για τον δανεισμό και τις τιμές καταναλωτή.
Ο τραπεζικός δανεισμός αποτελεί τον σημαντικότερο μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ. Ως εκ τούτου, η τριμηνιαία έκθεση για τον δανεισμό τυγχάνει ευρείας προσοχής. Κατά το τρίτο τρίμηνο, οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ αύξησαν τα κριτήρια δανεισμού τους, αντίθετα με τις προσδοκίες, ενώ η ζήτηση δανείων αυξήθηκε με βραδύτερο ρυθμό από ό,τι αναμενόταν. Αυτή η εξέλιξη πυροδότησε από το αβέβαιο παγκόσμιο πολιτικό περιβάλλον, το οποίο επηρέασε ιδιαίτερα τις γερμανικές τράπεζες. Τα στοιχεία για το τέταρτο τρίμηνο θα δημοσιευτούν αύριο, αλλά η ΕΚΤ αναμένει αμετάβλητα κριτήρια δανεισμού, καθώς και χωρίς αλλαγές στη ζήτηση δανείων.
Οι πληθωριστικές πιέσεις στην ευρωζώνη πιθανότατα μειώθηκαν κάπως τον Ιανουάριο. Οικονομολόγοι που συμμετείχαν σε έρευνα του Dow Jones Newswires αναμένουν ότι οι τιμές καταναλωτή θα έχουν αυξηθεί με ετήσιο ρυθμό 1,8% – από 1,9% τον Δεκέμβριο. Ιδιαίτερη προσοχή δίνει πάντως η ΕΚΤ στις τιμές των υπηρεσιών, όπου ο πληθωρισμός έχει μειωθεί πολύ αργά, αλλά και στις τιμές της ενέργειας, καθώς η αρνητική ετήσια μεταβολή αποτελεί σημαντικό λόγο για τον υποτονικό πληθωρισμό. Σε κάθε περίπτωση, οι ειδικοί λένε ότι θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι τη συνεδρίαση του Μαρτίου για μια ενημέρωση σχετικά με τις προβλέψεις των οικονομολόγων της ΕΚΤ, η οποία είτε θα επιβεβαιώσει είτε θα διαψεύσει αυτούς τους φόβους.